Η επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα δεν συνιστά ένα απλό και μεμονωμένο γεγονός αλλά είναι η επιβεβαίωση της πρωτοκαθεδρίας που έχει η ωμή πολεμική ισχύς. Ταυτόχρονα αυτή επιφέρει την εξάρθρωση των αυταπατών περί «πολυπολικότητας» μέσα σε μια αναδυόμενη διεθνή τάξη όπου το δίκαιο είναι μόνον ένα «κομμάτι χαρτί» μπροστά στην βίαιη γεωοικονομική και στρατιωτική επιβολή.
Από το Νόμπελ Ειρήνης στην Ένοπλη Επέμβαση
Η υποψία ότι οι ΗΠΑ προετοίμαζαν στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα είχε αρχίσει να φαίνεται καθαρότερα από τον Οκτώβριο του 2025, όταν η Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ απένειμε το Βραβείο Ειρήνης στη Μαρία Κορίνα Ματσάδο, την οποία παρουσίασε ως «ακούραστη υπερασπίστρια των δημοκρατικών δικαιωμάτων του λαού της Βενεζουέλας». Ως αφανή κριτήρια αυτής της επιλογής μπορεί να θεωρηθούν η πολιτική της αφοσίωση στις ΗΠΑ και το Ισραήλ και βέβαια η δημόσια έκκληση της για διεθνή υποστήριξη με στόχο την ανατροπή του Νικολά Μαδούρο. Αυτά στην προοπτική μιας ευρύτερης στρατηγικής. Με την Ματσάδο αναβαθμισμένη, έχουμε μια επαναδιευθέτηση πέραν του αποτυχημένου πειράματος Χουάν Γκουαϊδό. Η αφιέρωση μέρους του βραβείου της στον Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν απλώς μια συμβολική χειρονομία αλλά μια δήλωση ευθυγράμμισης. Οι ΗΠΑ διέθεταν πλέον στο επίπεδο της αίγλης και της προπαγάνδας, μια νέα νομιμοποιημένη αντιπολιτευτική φιγούρα για να ενισχύσουν την πολυεπίπεδη πίεση στην διακυβέρνηση Μαδούρο.
Η αμερικανική «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» της 3ης Ιανουαρίου 2026 δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Ήδη στις 24 Μαρτίου 2025 ο Τραμπ υπογράφει εκτελεστική εντολή που επιβάλλει δασμό 25% σε οποιαδήποτε χώρα αγοράσει πετρέλαιο από την Βενεζουέλα. Στις 20 Αυγούστου 2025 ο ίδιος δίνει εντολή για την ανάπτυξη τριών πολεμικών πλοίων στις ακτές της Νότιας Αμερικής, σηματοδοτώντας την έναρξη της λειτουργίας Southern Spear. Στις 2 Σεπτεμβρίου 2025 αρχίζουν οι πρώτες αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ κατά πλοίων στην Καραϊβική με το επιχείρημα ότι μετέφεραν ναρκωτικά. Στη συνέχεια ετούτη η διαδικασία κορυφώνεται σε ένα συνδυασμό οικονομικού στραγγαλισμού, στοχευμένων κυρώσεων, «επιχειρήσεων πολιορκίας» (κατασχέσεις πλοίων, ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, ναυτικές παρεμβολές) και τελικά στρατιωτική επιχείρηση με στόχο την αιχμαλωσία του Μαδούρου (σε μια επέμβαση που θύμισε την υπόθεση Νοριέγκα στον Παναμά).
Η κυριότερη αιτία που ο Τράμπ μπόρεσε να εκλεγεί ως αμερικάνος πρόεδρος, ήταν διότι έδωσε μια υπόσχεση: Ότι θα ασχοληθεί με τα εσωτερικά ζητήματα και θα διακόψει τον στρατιωτικό παρεμβατισμό στο εξωτερικό. Υποτίθεται, πως αυτό εξέφραζε το σύνθημα «America First» και για τούτο έλαβε ισχυρή υποστήριξη από το «κίνημα MAGA». Ο Τραμπ αναιρεί ξανά (έπειτα από την πολεμική του εμπλοκή στην Μέση Ανατολή, στο πλευρό του Ισραήλ) την παραπάνω δέσμευση, όπως έπραξε και με δεσμεύσεις άλλες. Στο νέο «μεγάλο παιχνίδι» της Λατινικής Αμερικής - όπου η «Pax Americana» αναβιώνει το Δόγμα Ρούσβελτ ως επέκταση του Δόγματος Μονρόε - φαίνεται να έχει εξασφαλίσει την ουσιαστική σιωπή της Κίνας και της Ρωσίας, παρά την όποια φαινομενική, ανώδυνη κριτική τους χωρίς κανένα αντίκρισμα. Ο Τραμπ λοιπόν λειτουργεί εκ του ασφαλούς. Και το ερώτημα βέβαια είναι: Θα τολμούσε να προβεί σε μια ανάλογη επίθεση έναντι μιας ισχυρής στρατιωτικά και πυρηνικά περιφερειακής χώρας όπως για παράδειγμα η Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας;
Η Βενεζουέλα ως πεδίο επίδειξης ισχύος: Από τη «Διεθνή Τάξη βασισμένη σε κανόνες» στην «διεθνή κατάσταση εξαίρεσης και καταναγκαστικής κυριαρχίας»
Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την νίκη του δυτικού φιλελευθερισμού, το τυπικό πλαίσιο μιας έννομης «Διεθνούς Τάξης αναφερόμενης στο διεθνές δίκαιο» - με βάση: τον καταστατικό χάρτη ΟΗΕ, την ισοτιμία των κρατών, τις διεθνείς συμβάσεις, το εθιμικό δίκαιο κλπ - έδωσε την θέση της σε μια τροποποιημένη «Διεθνή Τάξη βασισμένη σε κανόνες». Ήτοι την νομικο-πολιτική ερμηνευτική αυτής της Τάξης από τη νικήτρια Δύση (ή και άλλες αναδυόμενες περιφερειακές δυνάμεις) με βάση την προσβαλλόμενη ισχύ και τα συμφέροντα, πέραν του αυστηρού διεθνούς δικαίου. Στη συνέχεια με την δεύτερη θητεία του Τραμπ εγκαινιάζεται η εποχή του νέου μετασχηματισμού της Διεθνούς Τάξης ως μια ιμπεριαλιστική σιωνιστική «διεθνής κατάσταση εξαίρεσης και καταναγκαστικής κυριαρχίας». Τώρα πλέον η ισχύς καταργεί κάθε έννοια δικαίου, ο στρατιωτικός καταναγκασμός εξαρθρώνει την διεθνή διπλωματία. Αυτό που λειτουργεί πρωταρχικά είναι ο κανόνας της ωμής βίας και η γεωστρατηγική επιβολή μέσω δύναμης.
Η Βενεζουέλα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και του τεράστιου φυσικού της πλούτου, δημιούργησε το ιδανικό πεδίο για να καταδειχτεί αυτή η νέα πραγματικότητα. Με τεράστια αποθέματα αξίας άνω των 14 τρις δολαρίων – πετρέλαιο (αποθέματα 303,,2 δις βαρέλια), χρυσός, κολτάν, σπάνιες γαίες, στρατηγικά μέταλλα - η χώρα αποτελεί κρίσιμο κρίκο στην παγκόσμια αλυσίδα ενεργειακών και ορυκτών πόρων. Επιπλέον η εξάρτηση των ΗΠΑ από κινεζικές και ρωσικές προμήθειες σπάνιων γαιών καθιστά τη Βενεζουέλα άμεσο στόχο νεο-αποικιακής στρατηγικής. Και η Ουάσιγκτον δεν θα άφηνε ετούτο το πεδίο σε άλλους ανταγωνιστές.
Η οποιαδήποτε φλύαρη γεωπολιτική μπουρδολογία αρκετών διεθνών αναλυτών, δεν μπορεί να αποκρύψει ένα εκκωφαντικό γεγονός: Όταν το παγκόσμιο ενιαίο ιμπεριαλιστικό σιωνιστικό πολεμικό μέτωπο του 1ου Ισραήλ (Εβραϊκό κράτος-απαρτχάιντ) και του 2ου Ισραήλ (ΗΠΑ) αποφασίζουν να «δείξουν τα δόντια τους» είτε στην Μέση Ανατολή είτε στην Λατινική Αμερική, όπως τώρα στην Βενεζουέλα, τότε ακριβώς αποδεικνύεται ότι ο πολυδιαφημισμένος «άξονας Ρωσίας Κίνας Ιράν» (δηλαδή η σχέση ανάμεσα στην νεοβογιαρική ολιγαρχία της Μόσχας ,την νεομανδαρινική κομματική τάξη-κράτος του Πεκίνου, την θεοπολιτική / αστικορεφορμιστική νεοφεουδαρχία της Τεχεράνης) συνιστά μόνον μια μετανεωτερική φάρσα (όπως ήδη φάνηκε σε Παλαιστίνη και Συρία) και όπως εξάλλου είναι και η λεγόμενη «πολυπολική σύμπραξη» των BRICS+ κ.α.
Η αποφασιστικότητα και η θεαματική ευκολία με την οποία έδρασαν οι ΗΠΑ των Τραμπ, Ρούμπιο, Γκράχαμ στην Βενεζουέλα είναι ένα γεγονός που κατέδειξε επιπρόσθετα τα όρια του καθεστώτος Μαδούρο και την ανετοιμότητα του για αποτελεσματική αντίσταση - σε σύγκριση ιστορικά με την εποποιία των λαών σε Κορέα, Βιετνάμ, Αφγανιστάν κοκ. Επίσης τούτο τονίζει ακόμη περισσότερο το μέγεθος της αποτυχίας της Ρωσικής «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» του (φιλήκοου σε CFR, Chabad-Lubavitch) Πούτιν στην Ουκρανία. Η οποία τώρα οδεύει να διαβεί την πύλη του πέμπτου αιματηρού χρόνου της, με τον Ζελένσκι ανέγγιχτο να βασιλεύει και το Μπαντεριστάν να βρίσκεται ακόμα μακριά από την οποιαδήποτε (μεγάλης, μεσαίας, μικρής κλίμακας) ήττα του.
Η στάση Ρωσίας και Κίνας: Σιωπή, αδυναμία ή συναλλαγή;
Αρκετά τα ερωτήματα γύρω από την συμπεριφορά των άλλων μεγάλων δυνάμεων, της Ρωσίας και της Κίνας. Αυτές οι χώρες επέλεξαν να μην εμπλακούν ουσιαστικά. Η στάση τους δεν ήταν απλώς «ήπια». Ήταν στρατηγικά αποστασιοποιημένη. Οι πιθανοί λόγοι αρκετοί: Προτεραιότητα τους η Ουκρανία και η Ταϊβάν, αδυναμία προβολής ισχύος στην Λατινική Αμερική, αποφυγή άμεσης σύγκρουσης με τις ΗΠΑ σε περιοχή που θεωρείται η «πίσω αυλή» της Ουάσιγκτον, αλλά και ενδεχόμενες άτυπες συναλλαγές : Ήτοι ανοχή στην αμερικανική επέμβαση με αντάλλαγμα περιθώρια δράσης σε άλλες ζώνες. Αυτό οδηγεί στο μεγάλο ερώτημα: Πίσω από την αμερικανική επέμβαση υποκρύπτεται μια «νέα Γιάλτα»;
Η ιδέα μιας άτυπης «νέας Γιάλτας», μιας σιωπηρής συνεννόησης και κατανομής σφαιρών επιρροής και έλεγχου μακροπεριφερειών, δεν είναι παντελώς αβάσιμη. Εάν στην παρούσα χρονική συγκυρία, η απουσία ουσιαστικής αντίδρασης από Μόσχα και Πεκίνο για την Βενεζουέλα, εξαργυρωθεί με μια ταυτόχρονη κλιμάκωση και αντίστοιχη προώθηση τους σε Ουκρανία και Νότια Σινική Θάλασσα / Ταϊβάν ίσως τότε αυτό θα ενείχε κάποιο νόημα. Σε μια τέτοια ενδεχόμενη περίπτωση τα στοιχεία μιας «νέας Γιάλτας» θα ήταν τα εξής: Οι ΗΠΑ ανακτούν πλήρως τη Λατινική Αμερική ως αποκλειστική σφαίρα επιρροής, η Ρωσία εξασφαλίζει την μη πρόσθετη επέκταση του ΝΑΤΟ και διατηρεί περιθώρια δράσης στην Ανατολική Ουκρανία κερδίζοντας μια μικρής κλίμακας στρατηγική νίκη (χωρίς Χάρκοβο και Οδησσό), η Κίνα αυξάνει την πίεση στην Ταϊβάν επιτυγχάνοντας μελλοντικά μια επωφελή ειδική σχέση. Εν κατακλείδι εδώ δεν έχουμε μια επίσημη συμφωνία, αλλά μια ντε φάκτο αποδοχή ισορροπίας ισχύος, όπου κάθε μεγάλη δύναμη αποφεύγει να συγκρουστεί μετωπικά στην περιοχή εκείνη όπου οι αντίπαλοι της την ορίζουν ως χώρο ζωτικό.
Η αμερικανική επέμβαση ως προάγγελος αναμόρφωσης του διεθνούς συστήματος
Η αμερικανική πολεμική δράση στη Βενεζουέλα αποτελεί ένα σημείο καμπής για το διεθνές σύστημα με αρκετές επιπτώσεις: Τώρα πρωτεύει η γεωοικονομική διάσταση των επεμβάσεων όπου η εξασφάλιση των κρίσιμων πρώτων υλών είναι πλέον κεντρικός στόχος, η Λατινική Αμερική επανέρχεται ως άμεση και ζωτική προτεραιότητα της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής στρατηγικής, εμπεδώνεται η μονοπολική ισχύ των ΗΠΑ σε ολόκληρη τη Δύση, η Ουάσιγκτον μπορεί να ενεργεί μονομερώς χωρίς ουσιαστικό κόστος ευτελίζοντας τις αστειότητες περί «πολυπολικότητας», αποδυναμώνει την αξιοπιστία ΟΗΕ, BRICS+ κοκ, ενισχύει την λογική των «επιχειρήσεων εξαίρεσης» όπου ο στρατιωτικός παρεμβατισμός προβαίνει σε μονομερή αυτοδικαιολόγηση με την επίκληση λόγων «ασφάλειας», «δημοκρατικών» και άλλων - δίχως να ενδιαφέρεται για διεθνή νομιμότητα και δίκαιο.
Τα σενάρια για το εσωτερικό της Βενεζουέλας
Μετά την αμερικανική «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» της 3ης Ιανουαρίου 2026 διαγράφονται τρία βασικά σενάρια :
Σενάριο 1: Εγκαθίδρυση κυβέρνησης Ματσάδο με αμερικανική στήριξη. Αυτή έχει ήδη υποσχεθεί στις ΗΠΑ πόρους ύψους 1,7 τρις δολαρίων σε βάθος 15ετίας. Αυτό το σενάριο συνεπάγεται: Νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση του κράτους και ιδιωτικοποίηση των βασικών τομέων και των πόρων υπέρ των αμερικανικών μεγαεταιρειών. Απομάκρυνση χώρας από Κίνα Ρωσία Ιράν. Λόγω των ανισοτήτων που θα προκύψουν η κοινωνική αναταραχή είναι πολύ πιθανή.
Σενάριο 2: Διαπραγματευτική λύση με μεταβατική κυβέρνηση που θα περιλαμβάνει την συμμετοχή προσεταιρισμένων τμημάτων του καθεστώτος Μαδούρο. Δεν αποκλείεται μια συμφωνία που θα επιτρέψει σε αυτά τα τμήματα να διατηρήσουν τον ρόλο τους στην κοινωνικοπολιτική ζωή της χώρας με αντάλλαγμα την σταθερότητα ενόσω θα εξελίσσεται το νεοφιλελεύθερο αποικιακό πρόγραμμα.
Σενάριο 3: Κρίση διακυβέρνησης με παρατεταμένη αστάθεια, οικονομική κατάρρευση και κοινωνική πόλωση. Κρατικός μηχανισμός υπό συνθήκες αποδιάρθρωσης και εμφύλια σύγκρουση χαμηλής έντασης. Εμφάνιση ομάδων ενόπλων πολιτών και παραστρατιωτικών με ενδεχόμενη μακρά περίοδο ανταρτοπολέμου.
Ελληνική στάση: Λογική ατλαντιστών Κουίσλιγκ και διπλωματική αφασία
Ολόκληρη η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη για την Βενεζουέλα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ανεύθυνης και εξωνημένης ευθυγράμμισης της κυβέρνησης, με μια αμερικανική πολεμική αποικιοκρατική ενέργεια που παραβιάζει κατάφορα κάθε νομιμότητα, το διεθνές δίκαιο και την εθνική κυριαρχία μιας χώρας ανεξάρτητης. Αυτό μεταξύ των άλλων συνιστά κατάφορη υπονόμευση της ελληνικής διπλωματίας καθόσον :
α) Αφαιρεί από την Ελλάδα το ηθικό και νομικό πλεονέκτημα όταν επικαλείται το διεθνές δίκαιο απέναντι στην Τουρκία.
β) Αποδεχόμενη την αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα υποσκάπτει κάθε επιχείρημα και καταγγελία για την τουρκική εισβολή - κατοχή στην Κύπρο.
γ) Υπονομεύει την αξιοπιστία της Ελλάδας στα διεθνή φόρα ενώ δημιουργεί προηγούμενο «επιλεκτικής ευαισθησίας».
δ) Ενισχύει την τουρκική επιχειρηματολογία περί «διπλών κριτηρίων» της Ελλάδας.
Η ελληνική κυβέρνηση, αντί να αξιοποιήσει την ευκαιρία για μια πολιτική αρχών στις διεθνείς σχέσεις επέλεξε μια ανήθικη και ντροπιαστική ευθυγράμμιση με την «Pax Americana» που αποδυναμώνει τα ίδια τα επιχειρήματα της χώρας.
( Γιώργος Καπαρός 4 Ιανουαρίου 2026 )
-

