Πως να σωθεί η Πατρίδα-Μέρος 1
Δυτική «Αυτοκρατορία του Κακού». [3 Δεκεμβρίου 2012...]
Πως να σωθεί η Πατρίδα-Μέρος 2
Κατεχόμενη Ελλάδα και Ανύπαρκτη Αντιπολίτευση. [5 Δεκεμβρίου 2012...]
Πως να σωθεί η Πατρίδα-Μέρος 3
Μια Νέα Μεγάλη Ιδέα για τον 21ο Αιώνα. [9 Δεκεμβρίου 2012...]
Ευρω-Αττίλας στη Κύπρο
[16 Μαρτίου 2013...]
Odious Debt
[11 Απριλίου 2010...]
Η Χρηματοδεσποτεία των Banksters (Ι)
H υποτέλεια των εγχώριων πολιτικών επιστατών και τα «αριστερά» υποστηρίγματα. [14 Μαρτίου 2010...]
Η Χρηματοδεσποτεία των Banksters (ΙΙ)
Το ελληνικό αδιέξοδο και η εναλλακτική λύση. [21 Μαρτίου 2010...]
Ο Πόλεμος στον Καύκασο
[10 Αυγούστου 2008...]
Υπερκαυκασία. Ήττα του ΝΑΤΟ
[14 Αυγούστου 2008...]
Η Βαλκανική Αποσταθεροποίηση
και τα Προτεκτοράτα: Κόσσοβο και ΠΓΔΜ. [2 Μαρτίου 2008...]
Αίγυπτος:Εξέγερση και Τάξη
[13 Φεβρουαρίου 2011...]
Πακιστάν. Το Μέγα Ηφαίστειο
[29 Δεκεμβρίου 2007...]
Το ΠΑΣΟΚ σε «COMA»
[21 Σεπτεμβρίου 2007...]
Εξόριστοι Ποιητές. Erich Fried
[13 Οκτωβρίου 2007...]
Comandante Che Guevara
[8 Οκτωβρίου 2007...]
Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51 52 Next

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2007

Πακιστάν. Το Μέγα Ηφαίστειο


Η δολοφονία Μπούτο

Η παγκόσμια προσοχή συνεχίζει να είναι στραμμένη στο Πακιστανικό Ηφαίστειο του οποίου η καυτή λάβα άρχισε να εκτοξεύεται ανεξέλεγκτη με τη δολοφονία της Μπεναζίρ Μπούτο, της «Σουλτάνας Πίνκι»,όπως την αποκαλούσε ο πατέρας της Ζουλφικάρ Αλί Μπούτο, εκτελεσμένος το 1979 από το δικτάτορα Ζία Ουλ Χακ.
Τη Παρασκευή η επίσημη εκδοχή για την εκτέλεση διατυπώθηκε από το ταξίαρχο Τζαβέντ Τσίμα, εκπρόσωπο του πακιστανικού υπουργείου Εσωτερικών, ότι δεν βρέθηκε κανένα τραύμα από σφαίρα ή θραύσματα, πως η Μπούτο πέθανε χτυπώντας το κεφάλι της στην ηλιοροφή του αυτοκινήτου, προσπαθώντας να προφυλαχθεί. Ο Τζαβέντ Τσίμα κατονόμασε ως υπεύθυνη την Αλ Κάιντα, λέγοντας πως οι μυστικές υπηρεσίες έχουν υποκλέψει συνομιλία όπου ο Μπαϊτουλάχ Μεχσούντ, ηγέτης της οργάνωσης στο Νότιο Ουαζιριστάν δίνει εύσημα σε μαχητές για την ενέργεια.
Ήδη από το πρωί της ίδιας μέρας το ιδιωτικό τηλεοπτικό δίκτυο ARY μετέδιδε πως η Αλ Κάιντα ανέλαβε την ευθύνη ενώ κατά το CNN, επίσης ανάλογο βίντεο πήρε και το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που ελέγχει τη γνησιότητα του.
Το Λαϊκό Κόμμα του Πακιστάν (PPP), της Μπούτο αποκάλεσε «ψεύδη» τις κυβερνητικές αναφορές λέγοντας πως δύο στελέχη του ήταν αυτόπτες μάρτυρες των συμβάντων καθώς βρίσκονταν μέσα στο ίδιο αυτοκίνητο. «Δυο σφαίρες την βρήκαν, η μια στο κεφάλι και η άλλη στη κοιλιακή χώρα» δήλωσε ο Φαρούκ Ναΐκ, στέλεχος του PPP και δικηγόρος της Μπούτο επισημαίνοντας ότι το Πακιστάν μπορεί να διολισθαίνει σε εμφύλιο πόλεμο.
Σάββατο πρωί ο Μολανα Ομάρ εκπροσωπώντας τον Μπαϊτουλάχ Μεχσούντ δήλωσε πως «ο Μεχσούντ δεν είχε καμία συμμετοχή σε αυτήν την επίθεση. Πρόκειται για συνωμοσία της κυβέρνησης, του στρατού και της κρατικής υπηρεσίας πληροφοριών».
Η ίδια η Μπούτο, μετά τη προηγούμενη επίθεση που δέχτηκε κατά την επιστροφή της στο Πακιστάν στις 18 Οκτωβρίου στο Καράτσι που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο 140 προσώπων, είχε αποκαλύψει πως έλαβε απειλητική επιστολή από υποστηρικτή της Αλ Κάιντα ότι θα τη θανάτωνε σαν αίγα.

Κρίση διαχείρισης του χάους


Ο θάνατος της Μπούτο άνοιξε ένα ερεβώδες χάσμα στο πακιστανικό πολιτικό σκηνικό και αποσταθεροποίησε τις σταθερές του αμερικανικού σχεδιασμού στην Νοτιοδυτική Ασία. Το Πακιστάν είναι ένα από εκείνα τα Τοπικά Υποτελή Κράτη που υπάγονται ως προκεχωρημένη στρατιωτική επιθετική εμπροσθοφυλακή στον «παγκόσμιο αντιτρομοκρατικό πόλεμο» των Κυρίαρχων Επεκτατικών Κρατών γενικά και ειδικότερα των ΗΠΑ.
Το Πακιστάν είναι μια σημαντική βάση υποστήριξης για την αμερικανική εισβολή και εδραίωση στο Αφγανιστάν. Καθώς οι γειτονικές κεντροασιατικές χώρες ξανατίθενται σταδιακά κάτω από τη Ρωσική επιρροή, η χώρα αυτή αποτελεί καθοριστικό προγεφύρωμα των ΗΠΑ στην περιοχή της Νοτιοδυτικής Ασίας. Η στρατιωτική δικτατορία του Πακιστάν επέτρεψε στις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν τη γεωπολιτική του θέση για ασκήσεις πολεμικής προετοιμασίας σχετικές με την προγραμματιζόμενη επίθεση στο Ιράν ενώ έχει αναφερθεί πως σε ορισμένα ειδικά σημεία της χώρας οι αμερικάνικες δυνάμεις ασφάλειας εποπτεύουν παράνομα βασανιστήρια των υπόπτων για τρομοκρατία.
Το Πακιστάν προετοιμαζόταν υπό την αμερικανική κηδεμονία να μεταβεί στη δική του «νόθα μεταπολίτευση» ύστερα από μια οκτάχρονη πραξικοπηματική διακυβέρνηση του στρατηγού Περβέζ Μουσάραφ. Κάτω από την αμερικανική καθοδήγηση είχε προγραμματιστεί ένας πολλά υποσχόμενος συμβιβασμός. Η Μπούτο θα αποδεχόταν τη νομιμότητα της ανάδειξης του Μουσάραφ ως προέδρου της χώρας στις 6 Οκτωβρίου 2007 παρόλο που αυτή δεν ήταν αποδεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο (εξού και η καθαίρεση του) ενώ ο Μουσάραφ, θα εγκατέλειπε την αρχηγία του στρατού και θα αποδεχόταν την βέβαιη εκλογή στις 8 Ιανουαρίου της Μπεναζίρ Μπούτο ως πρωθυπουργού.
Η Μπούτο λοιπόν είχε αποδεχτεί να λειτουργήσει ως ο κύριος φορέας πραγμάτωσης του αμερικανικού σχεδίου. Να προσδώσει την αναγκαία «δημοκρατική επίφαση» στο καθεστώς, να διαχειριστεί στη χώρα για λογαριασμό της Ουάσιγκτον το τομέα της πυρηνικής ασφάλειας, να συνεργαστεί με το στρατιωτικό μηχανισμό για τη πολεμική καταστολή του ζηλωτικού Ισλάμ στη γεωγραφική ζώνη FATA και να αποτρέψει την ανάπτυξη της μαζικής κινητοποίησης ενάντια στη δικτατορία του Μουσάραφ ώστε στο Πακιστάν να αναπαράγεται απρόσκοπτα η κυριαρχία τόσο του στρατού όσο και κυρίως των ΗΠΑ.
Τώρα το σχέδιο αυτό έμεινε μετέωρο. Οι εκλογές το πιθανότερο είναι να αναβληθούν μπροστά στη κλιμάκωση των βίαιων συγκρούσεων και της εισόδου των μαζών στη πολιτική σκηνή. Ήδη ο Νουάζ Σαρίφ πρώην πρωθυπουργός και ηγέτης της αντιπολιτευόμενης Μουσουλμανική Ένωσης είπε πως είναι επιτακτική η άμεση παραίτηση του Μουσάραφ και ότι το κόμμα του θα μποϊκοτάρει τις εκλογές εφόσον γίνουν.
Η στρατιωτική και αστυνομική μηχανή του Πακιστάν έχει τεθεί σε κατάσταση «κόκκινου συναγερμού» καθώς κλιμακώνεται η χρόνια πολεμική αναμέτρηση με τους μαχητές του φονταμενταλιστικού Ισλάμ και ταυτόχρονα ξεδιπλώνεται η μεγάλη ριζοσπαστική κινητοποίηση των πακιστανών νεοπληβείων στο ιστορικό προσκήνιο που προσλαμβάνει προχωρημένα αντικαθεστωτικά και αντιαμερικανικά χαρακτηριστικά. Η βιαιότητα των συγκρούσεων έχει ως απολογισμό της μέχρι στιγμής πάνω από 100 νεκρούς σύμφωνα με ανεξάρτητες πηγές (38 κατά τη κυβέρνηση). Εκλογικά εμβλήματα-γραφεία- σπίτια στελεχών του κυβερνητικού κόμματος PML-Q (Μουσάραφ) και τοπικών δημάρχων, τράπεζες, ιδιωτικά λεωφορεία (ιδιοκτησίας κυρίως κυβερνητικών στελεχών), σιδηροδρομικοί σταθμοί και τρένα, ιδιωτικά αυτοκίνητα κλπ έχουν καταστραφεί κάτω από τα αλλεπάλληλα κύματα της εκρηκτικής μαζικής αντίδρασης.

Κατάρρευση του αμερικάνικού σχεδίου

Στο Πακιστάν μεταξύ των άλλων βρήκε γόνιμο έδαφος η «σπορά» των «Αδελφών Μουσουλμάνων» της Αιγύπτου. Στα εκατοντάδες Μαντράσας (ιεροσπουδαστήρια) εκτράφηκε ένα σουνιτικό φονταμενταλιστικό Ισλάμ που η αρχική του αντισοβιετική και αργότερα αντιαμερικανική κινηματική του ιδιοπροσωπεία διατυπώθηκε μέσα από τις συνομαδώσεις της Αλ Κάιντα και των Ταλιμπάν ορίζοντας στην αυγή του 21ου αιώνα (και κάτω από τη πτώση του κρατικού σοσιαλισμού της ανατολής) εντελώς καινούργια δεδομένα στη πλανητική σύγκρουση μητρόπολης-περιφέρειας.
Ολόκληρη η ιστορική στρατιωτικοπολιτική ολιγαρχία της χώρας, ο κρατικός μηχανισμός του Μουσάραφ στο παρόν (αλλά και της Μπούτο καθώς και του Σαρίφ στο παρελθόν), οι ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών (ISI)χρόνια ακροβατούν σε ένα ιδιόμορφο πεδίο μακιαβελικής πολιτικής: στρατηγική συμμαχία με τις ΗΠΑ και συμμετοχή στο μεγάλο πόλεμο που διεξάγει η Νέα Τάξη στη περιοχή (με πρώτη συνέπεια μετά τις 11 Σεπτεμβρίου 2001 η αμερικανική στρατιωτική-οικονομική βοήθεια να φθάνει στα 11 δις $) και παράλληλα ύπαρξη και λειτουργία δικτύων και διασυνδέσεων «παραδημόσιας» υφής(κυρίως μέσω της ISI) με θύλακες του φονταμενταλιστικού Ισλάμ όπου η ιστορία αυτών των σχέσεων ανάγεται στην πρώιμη ιδρυτική του φάση κατά τη δεκαετία του ΄80 όταν το Αφγανιστάν βρίσκονταν κάτω από την κατοχή της ΕΣΣΔ. Εκτός τούτου η πακιστανική ολιγαρχία προσπαθεί να αποφύγει την διαμόρφωση ενός απόμακρου, ανεξέλεγκτου και αποκλειστικά υπαγόμενου στις ΗΠΑ Αφγανιστάν και ταυτόχρονα να εξισορροπήσει την ασφυκτική πίεση που δέχεται από την προνομιακή σχέση ΗΠΑ-Ινδίας (άρα στήριξη του ισλαμικού φονταμενταλισμού στο Κασμίρ).
Η Αλ Κάιντα,οι Ταλιμπάν και τα σύμμαχα ισλαμικά δίκτυα έχουν εγκατασταθεί για τα καλά στην αφγανοπακιστανική μεθόριο όπου ζουν οι αρχαίες φυλές των 16 εκατομμυρίων Παστούν. Οι δυνάμεις αυτές κερδίζουν επιρροή ως προϊόν της γενικής εχθρότητας των Παστούν στους βομβαρδισμούς σε αδελφούς αμάχους και τις σφαγές που εξαπολύουν τα αμερικανονατοϊκά στρατεύματα στο γειτονικό Αφγανιστάν, σε συνδυασμό με την τεράστια δυσαρέσκεια που γεννάνε η απόλυτη φτώχεια και οι κραυγαλέες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες του παράγονται στα πλαίσια του πακιστανικού καθεστώτος.
Στις βορειοδυτικές περιοχές της χώρας και ειδικά στις ομοσπονδιακά διοικούμενες φυλετικές περιοχές (FATA) επιχειρούν πάνω από 100 χιλιάδες Πακιστανοί στρατιώτες, έχοντας σοβαρές απώλειες και σημαντικό αριθμό αυτομολήσεων. Μέσα δε στην επικράτεια του Πακιστάν οι απώλειες από τρομοκρατικές επιθέσεις από το 2003 και ύστερα φθάνουν στα 6.000 θύματα.
Ο θάνατος της Μπεναζίρ Μπούτο ήταν καταστροφική εξέλιξη για τον προγραμματικό εκσυγχρονισμό του εξωτερικού αμερικανικού πολιτικού και στρατιωτικού ελέγχου στο Πακιστάν. Παράλληλα ο θάνατος της ήταν καταστροφική εξέλιξη και για το εσωτερικό καθεστώς Μουσάραφ. Μια πιθανή αποδιοργάνωση και πτώση του Μουσάραφ μπορεί να έχει δύο ενδεχόμενα: είτε με αμερικανική επίβλεψη εγκατάσταση μιας αυταρχικότερης στρατιωτικής διακυβέρνησης υπό νέο επίδοξο δικτάτορα είτε (και μεσοπρόθεσμα το πιθανότερο) κατάληψη της εξουσίας από το φονταμενταλιστικό Ισλάμ. Και τα δύο ενδεχόμενα προϋποθέτουν γενικευμένη κρίση και επέκταση του έρποντος σε ανοικτό εμφύλιο πόλεμο. Και αυτό σε μια χώρα εξοπλισμένη με πυρηνικά όπλα.

Προς αποτυχία και στο Αφγανιστάν


Υπάρχουν ενδείξεις πως η αμερικανική κυβέρνηση έχει επιλέξει την αναβάθμιση της στρατιωτικής της παρουσίας αλλά και των άλλων κρατών του ΝΑΤΟ (σε συμφωνία με Αγγλία και Γαλλία) στον πόλεμο του Αφγανιστάν επιδιώκοντας τη καταστολή της πολλαπλασιαζόμενης μαζικής λαϊκής αντίθεσης σε μια σειρά περιοχές της χώρας κατάσταση που επιτρέπει στις δυνάμεις του φονταμενταλιστικού Ισλάμ να κατακτούν επιτυχίες ώστε η απειλή μιας επανακατάληψης της κεντρικής κρατικής εξουσίας να προβάλει ως ισχυρή πιθανότητα στον ορίζοντα.
Οι πολλαπλασιαζόμενες ανησυχίες των πολιτικών, στρατιωτικών και τεχνοκρατικών πτερύγων της αμερικανικής ολιγαρχίας ότι στο Αφγανιστάν οι εξελίξεις ακολουθούν μια ανεξέλεγκτη τροπή οδηγεί μάλλον την αμερικανονατοϊκή στρατηγική για το 2008 προς μια μερική μείωση του αριθμού των πολεμικών της δυνάμεων στο Ιράκ και μια επεμβατική κλιμάκωση μέσα στην ευρύτερη αφγανοπακιστανική «καυτή ζώνη».
Εκτός τούτων οι αμερικανικές στρατιωτικές και κατασκοπευτικές υπηρεσίες ξέρουν πως το φονταμενταλιστικό Ισλάμ και η Αλ Κάιντα ενώ συνεχίζουν τον ανταρτοπόλεμο φθοράς εντός του Ιράκ αναπροσάρμοσαν τις προτεραιότητες του «Τζιχάντ» προς ΗΠΑ-ΝΑΤΟ στο κύριο πολεμικό θέατρο του Αφγανιστάν-Πακιστάν.
Μέσα στις ΗΠΑ ως προς αυτή την παραπάνω επιλογή φαίνεται πως δεν υφίσταται κάποια σημαντική κοινωνική αμφισβήτηση καθώς θεωρείται ότι το Αφγανιστάν είναι ένας κρίσιμος χώρος όπου η γεωστρατηγική του θέση είναι καθοριστικής σημασίας στην ευρασιατική σκακιέρα και ιδιαίτερα στις οριοθετήσεις προς Ιράν και Πακιστάν. Επιπρόσθετα αυτό που εκδηλώνεται είναι η δημόσια κριτική στελεχών του Δημοκρατικού Κόμματος ότι έχει αποδοθεί μια μονομερής προτεραιότητα στο Ιράκ που απορροφά στρατεύματα και υλικά μέσα ενώ έχει κατά κάποιο τρόπο υποτιμηθεί το αληθινό κέντρο του «αντιτρομοκρατικού πολέμου» και συγκεκριμένα το Αφγανιστάν και η αφγανοπακιστανική μεθόριος. Έτσι τόσο η Χίλλαρυ Κλίντον όσο και ο Μπαράκ Ομπάμα έχουν αναλάβει τη δέσμευση, όποιος εκλεγεί, να αυξήσουν τα επίπεδα στρατιωτικής δράσης σε αυτή τη νοτιοανατολική ασιατική περιοχή.

Εμφύλιος πόλεμος και αμερικανική πολεμική επέμβαση.


Το Πακιστάν έχει να αντιμετωπίσει μια χαώδη πραγματικότητα τη σημαντικότερη από το διαχωρισμό του Μπανγκλαντές το 1971, πραγματικότητα που λαμβάνει ολοένα γνωρίσματα εμπόλεμης εμφύλιας σύγκρουσης. Παρά τις αμερικανικές δημόσιες τοποθετήσεις για στήριξη του «εκδημοκρατισμού» και καθώς η εξουσία Μουσάραφ αποδιοργανώνεται, η Ουάσιγκτον προετοιμάζει και επανασχεδιάζει μια προχωρημένη στρατιωτική παρέμβαση και άμεση εμπλοκή στην «πακιστανική κρίση».
Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει κατ΄ αρχήν την ανάπτυξη ειδικών στρατιωτικών επιθετικών μονάδων στο βορειοδυτικό Πακιστάν αλλά και την εκπαίδευση τοπικών γηγενών πολιτοφυλακών για συγκρότηση μιας διακριτής αξιόμαχης παραστρατιωτικής φυλετικής δύναμης (επαναλαμβάνοντας το ανάλογο εγχείρημα στην ιρακινή σουνιτική επαρχία Ανμπάρ) αποσκοπώντας στην ενίσχυση των τρόπων αντιμετώπισης του ζηλωτικού Ισλάμ.
Η τροπή των γεγονότων με και μετά την δολοφονία της Μπούτο οδηγεί τις ΗΠΑ σε γενικό συναγερμό για τη πορεία του Πακιστάν γενικά και τον έλεγχο των πυρηνικών του ειδικά. Υπάρχουν αναφορές στο τύπο πως η CIA έχει προειδοποιήσει το Μπους πως ενδεχόμενα ο Μουσάραφ να μην ελέγχει το ατομικό οπλοστάσιο της χώρας.
Ταυτόχρονα μέσα στις ΗΠΑ αρκετοί τεχνοκράτες των «δεξαμενών σκέψης», θασιώτες του υπαρκτού νεοταξικού πολέμου στο Ιράκ και της «μεγάλης στρατηγικής επίθεσης» στο Ιράν, κάνοντας τη διάγνωση για κατάρρευση στο Πακιστάν υποστηρίζουν την αναγκαιότητα της άμεσης και «εφικτής» στρατιωτική παρέμβασης προτού το ζηλωτικό Ισλάμ, που δρα στις περιοχές FATA, επαναλάβει αυτό που παλιότερα έγινε με το καθεστώς του Σάχη στο Ιράν και μπορέσει να αναπληρώσει το κενό εξουσίας καταλαμβάνοντας τις δομές της χώρας. Προβάλλονται δε δύο σενάρια εναλλακτικά: Το πρώτο μια καταιγιστική επέμβαση με 1 εκατομμύριο στρατιώτες, σενάριο στρατιωτικοπολιτικά δυσχερέστατο. Αντί αυτού αντιπροτείνεται μια άμεση μεταφορά και επέμβαση ειδικών δυνάμεων ικανών να πάρουν τον έλεγχο των πακιστανικών ατομικών όπλων, υλικών και πυρηνικών εγκαταστάσεων και ταυτόχρονα αποτελεσματικών στην οργάνωση και διεξαγωγή των επιχειρήσεων στις εμπόλεμες περιοχές FATA.
Η κρίση στο Πακιστάν τείνει να το μετατοπίσει μέσα στην «μελανή οπή» και την περιδίνηση της χαώδους αστάθειας που τροφοδότησαν στα «ευρασιατικά Βαλκάνια» οι νεοταξικοί ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι σε Αφγανιστάν και Ιράκ. Ενδεχόμενη κλιμάκωση αυτών των πολέμων σε Πακιστάν και Ιράν απειλεί να ανάψει μια πλανητική εξοντωτική καυτερή φωτιά.
-

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2007

Μποϊκοτάζ στο Κοινωνικό Φόρουμ της Μαδρίτης


Σοβαρότατο πρόβλημα παρουσιάστηκε στη Σύνοδο του Κοινωνικού Φόρουμ για μια Δίκαιη Ειρήνη στη Μέση Ανατολή, που έγινε στη Μαδρίτη, λόγω του Μποϊκοτάζ που αποφάσισαν τόσο η Παλαιστινιακή Αποστολή όσο και το Κέντρο Εναλλακτικής Πληροφόρησης.
Δείτε από τον Ιστότοπο
Νέα από την Παλαιστίνη τα κείμενα των οργανώσεων που αναλύουν κατατοπιστικά τους λόγους του Μποϊκοτάζ => Εδώ

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

Ιράν.Ο Τρίτος Θερμοπυρηνικός Παγκόσμιος Πόλεμος της Νέας Τάξης; ( Ι I )





(Μέρος 2 ο)


Οριακές επιφυλάξεις

Αρκετοί στρατιωτικοί των ΗΠΑ εκφράζουν τις επιφυλάξεις τους ή κάνουν αντιφατικές, αυτοαναιρούμενες τοποθετήσεις για ένα νέο πόλεμο στο Ιράν. Όπως για παράδειγμα ο νέος αρχηγός ΓΕΕΘΑ των ΗΠΑ, ναύαρχος Μάικλ Μούλεν, ο οποίος δήλωσε πως με τους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν να φθείρουν τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, «το ρίσκο (μιας επίθεσης στο Ιράν) θα ήταν πολύ υψηλό». Από την άλλη ο ίδιος δήλωνε πως δεν μπορεί το Ιράν «να παρέχει στους εχθρούς των ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν τις δυνατότητες να βλάπτουν και να σκοτώνουν τους αμερικάνους στρατιώτες» (21 Ιουνίου 2007). Πάντως οι όποιες διαφωνίες κάποιων τεχνοκρατών αναλυτών των «δεξαμενών σκέψης» ή στελεχών του αμερικάνικου πολεμικού μηχανισμού είναι δευτερεύουσας σημασίας. Ανάλογες διαφωνίες υπήρχαν και το 2003 πριν την επίθεση στο Ιράκ όμως όλα αυτά ελάχιστη επίδραση ασκούν στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων της πλανητικής ολιγαρχίας.

Η προοπτική ενός νέου πολέμου στη Μέση Ανατολή, με ενδεχόμενη χρήση των «πυρηνικών τσέπης» σε ένα συμβατικό πολεμικό πεδίο είναι σχετικά υποβαθμισμένη στην προβληματική των αντιπολεμικών κινημάτων και της αριστεράς στη Δύση. Ο σχεδιασμός μιας καταστροφικής επίθεσης στο Ιράν και οι επιπτώσεις του δεν προβληματίζουν, εκτός εξαιρέσεων, τις όποιες ειρηνιστικές αστικές ή αριστερές κινήσεις μέσα στις ΗΠΑ που συχνά αντιμετωπίζουν το Ισλαμικό Ιράν ως απειλή για τα «ανθρώπινα δικαιώματα» (θυμίζοντας μια ανάλογη στάση με τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς της Σερβίας του Μιλόσεβιτς). Όλο το προπαγανδιστικό οπλοστάσιο του ιμπεριαλιστικού-σιωνιστικου ψυχολογικού πολέμου είναι σε ισχύ : για το επιθετικό, επικίνδυνο Ιράν που «καταπιέζει τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, που απειλεί τους Εβραίους» Το «ανθρωπιστικό» πρόσχημα πολεμικής επέμβασης είναι ευκόλως αποδεκτό για αυτούς τους αντικειμενικούς υποστηρικτές του ιμπεριαλισμού-σιωνισμού, τις ψευτοπροοδευτικες συνομαδώσεις, που με αυτό καταπατούν καιροσκοπικά, μετατρέποντας σε κουρελόχαρτο, το πνεύμα και το γράμμα του «διεθνούς δικαίου». Ακόμα ισχυρός λόγος αυτού του «συναινετικού προοδευτισμού» είναι η άρνηση του να εξετάσει τα ιστορικά αίτια και την ευρύτερη συσχέτιση των πάσης φύσεως συγκρούσεων στο γεωπολιτικό θέατρο της Ευρασίας ενώ προβάλλει την ακλόνητη πεποίθηση του για την «πραγματική απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας». Η κατάσταση αυτή δεν είναι ποιοτικά διαφορετική στις χώρες της Ε.Ε όπου ένα μεγάλο τμήμα της λεγόμενης προοδευτικής διανόησης, της «ευρωαριστεράς» και των «Πράσινων» έδειξε ανοχή έως υποστήριξη στους πολέμους της Νέας Τάξης με αρχή τη νατοϊκή επίθεση στη Γιουγκοσλαβία. Και είναι κραυγαλέα προκλητική η αντιδραστική τους τοποθέτηση στο δολοφονικό σκηνικό που έχει στήσει το Ισραήλ στη παλαιστινιακή γη όπου ακολουθούν την οπορτουνιστική, υποκριτική και ανήθικη τακτική των ίσων αποστάσεων και της εξομοίωσης των θυτών με τα θύματα όπως για παράδειγμα γίνεται με τους Παλαιστίνιους προσκαλώντας τους να διαπραγματευτούν την αποδοχή του βίαιου εξανδραποδισμού τους και των τετελεσμένων.

Οι μισές αλήθειες

Ορισμένοι αναλυτές (μεταξύ των οποίων και «αριστεροί») αναφερόμενοι στα αίτια της ενδεχόμενης επίθεσης στο Ιράν επαναλαμβάνουν τις ανάλογες εκτιμήσεις που είχαν γίνει πρωτύτερα για την εισβολή στο Ιράκ. Έτσι εκτός την αυτονόητη ηγεμονική αυτοσυντήρηση των ΗΠΑ, τόσο οι ανάγκες των πετρελαϊκών (και κατασκευαστικών) εταιριών όσο και οι ανάγκες «ασφάλειας» των ΗΠΑ, της Δύσης, και της μεσανατολικής περιοχής, είναι δύο βασικά ερμηνευτικά επιχειρήματα με τα οποία αιτιολογείται η πολεμική επιλογή:

-Όμως ο πόλεμος στο Ιράν, όπως και πριν στο Ιράκ, δεν συνιστούν την πρωταρχική επιλογή των πετρελαϊκών εταιριών. Οι μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις πετρελαίου, οι κτήτορες και οι διαχειριστές τους, δεν υποστήριξαν άμεσα, δημόσια και ενεργά είτε στο Κογκρέσο είτε στα ΜΜΕ είτε αλλού την επιλογή του πολέμου. Στον αμερικανικό τύπο δεν συναντώνται ανακοινώσεις από τα «λόμπι» του πετρελαίου ή δημοσιεύσεις στελεχών που να ανήκουν στο άμεσο περιβάλλον αυτών των επιχειρήσεων και που να ζήτησαν στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ ή βομβαρδισμό του Ιράν. Αυτό σε συσχέτιση με τη δεσπόζουσα Σιωνιστική Διαπλοκή που υπερβαίνει τη λειτουργία του απλού «λόμπι». Η γενική και κεντρική καθοριστική παρέμβαση, μυστική ή δημόσια, των βασικών εβραϊκών οργανώσεων ήταν η προώθηση του ιμπεριαλιστικού-σιωνιστικού ενωμένου πολεμικού μετώπου στη Μέση Ανατολή. Όπως με το Ιράκ έτσι και με το Ιράν τα ψέματα περισσεύουν προκείμενου να γίνει παντού αποδεκτή η υπαρξιακή «απειλή» για το Ισραήλ. Για παράδειγμα τη τριετία 2004-2007 τα αμερικανικά ΜΜΕ με προεξάρχοντα τον ημερήσιο τύπο δέχονται τον καθημερινό καταιγισμό της αρθρογραφικής πολεμοχαρούς προπαγάνδας τους για την αναγκαιότητα της στρατιωτικής ολοκλήρωσης αυτού που άρχισε στο Ιράκ να περιλάβει τώρα το «επικίνδυνο και απειλητικό» Ιράν. Να σημειωθεί πως πριν και μετά το γενοκτονικό (με τα 1.500.000 θύματα) εμπάργκο στο Ιράκ αλλά και σ΄ όλη τη περίοδο που η ιερά συμμαχία ΗΠΑ-Βρετανία-Ισραήλ παρεμβαίνοντας δια μέσου του ΟΗΕ εκπόνησε το σχέδιο «πετρέλαιο αντί για τρόφιμα», αρκετές εταιρίες πετρελαίου (Τεξανές κλπ) ανέπτυξαν επωφελείς συνδέσεις με το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεϊν. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις πετρελαίου που δραστηριοποιούνται στη Μέση Ανατολή προσανατολίστηκαν βασικά προς την ανάγκη μιας «πολιτικής σταθεροποίησης», προς τη «φιλελευθεροποίηση των οικονομικών προσανατολισμών» των τοπικών κρατών και στο «ν΄ ανοίξουν οι πετρελαϊκοί τομείς και υπηρεσίες στους δυτικούς επενδυτές». Βασική τακτική τους ήταν η εξυπηρέτηση των διεθνών και περιφερειακών συμφερόντων τους δια μέσου της ανάπτυξης της διαδικασίας «αγοραιοποίησης» στη Μέση Ανατολή, της κατάκτησης νέων αγορών και πόρων με εργαλεία την τρομακτική χρηματοδοτική, τεχνολογική, επενδυτική και αγοραστική τους ισχύ. Η έναρξη της πολεμικής εισβολής του Ιράκ έγινε αντιληπτή με επιφυλάξεις καθώς εκτιμήθηκε πως μάλλον θα αποσταθεροποιούσε ολόκληρη την περιοχή, θα κατέστρεφε τις προϋποθέσεις ασφάλειας των τοπικών εγκαταστάσεων τους, θα πολλαπλασίαζε την αβεβαιότητα και την αντιδυτική εχθρότητα μέσα στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο και θα μπλόκαρε την πορεία «φιλελευθεροποίησης». Σε πλήρη αντίθεση με τις περί του αντιθέτου συσκοτιστικές παραμυθολογίες το αμερικανικό-τεξανικό πετρελαϊκό κεφάλαιο, όχι μόνο δεν ώθησε σε πόλεμο αλλά, με πλήθος συμβάσεων, κερδοσκοπούσε στο Ιράκ συσσωρεύοντας εκατομμύρια δολάρια αν και από το 1990 είχε απαγορευθεί στις ΗΠΑ οι εταιρίες της χώρας να διατηρούν οποιαδήποτε συνεργασία με τον Σαντάμ Χουσεϊν. Το «έκτακτο κράτος-ανάγκης» και το «ειδικό καθεστώς κυρώσεων» για τις παραβατικές εταιρίες, που συγκρότησε ο σιωνιστικός- νεοσυντηρητικός συσχετισμός δύναμης προσέφυγε ακόμα και στις δικαστικές διώξεις απέναντι σε όσους επέμεναν το απαγορευμένο διάστημα 1991-2003, να θέτουν σε προτεραιότητα τα άμεσα επιχειρηματικά-οικονομικά τους συμφέροντα και τις συμφωνίες με το καθεστώς Χουσεϊν στο Ιράκ. Όπως πρόσφατα το ανώτατο δικαστήριο της Ν. Υόρκης καταδίκασε σε ένα χρόνο φυλάκιση τον τεξανό πετρελαιά Όσκαρ Ουάτ του οποίου η εταιρία Coastal Corp, κατηγορήθηκε για παραβίαση των «απαγορεύσεων» και «παράνομες δραστηριότητες» στο Ιράκ. Η El Paso Corp, (που ανήκει η Coastal Corp), η Chevron και η ελβετική επιχείρηση πετρελαίου Virol SA είναι 3 από τις 7 επιχειρήσεις και τους 12 επιχειρηματίες κατά των οποίων η κυβέρνηση Μπους άσκησε διώξεις για «συνωμοσία κατά του αμερικανικού κράτους». Αλλά θα ξανακάνει το ίδιο πάλι προς την η εταιρεία Halliburton ή όχι; Την εταιρία που σχετίζεται με τον αντιπρόεδρο Nτικ Tσέινι και έχει επέδειξε ένα ρόλο κεντρικό στο Ιράκ και που «αδιάφορη» προς τις κυρώσεις που θέσπισαν οι ΗΠΑ, έχει ορθάνοικτα γραφεία στο Ιράν με σκοπό μεταξύ των άλλων την μεταφορά ιρανικού φυσικού αέριου στη Δύση.

-Η δεύτερη γεωπολιτική εξηγητική εκδοχή αφορά το έωλο επιχείρημα της «εθνικής και διεθνούς ασφάλειας». Με αυτό οι προπαγανδιστές του ιμπεριαλισμού-σιωνισμού προσπαθούν να τεκμηριώσουν τη θέση πως περίπου οι εκβιαστές (ΗΠΑ-Ισραήλ) είναι «εκβιαζόμενοι». Ότι (όπως το Ιράκ με τα δήθεν χημικά, βιολογικά και πυρηνικά του Χουσείν) τώρα το Ιράν περισσότερο υπονομεύει τη περιφερειακή και διεθνή ασφάλεια, τη σταθερότητα στο Ιράκ και την υπόσταση του Ισραήλ. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται να κατασκευαστεί ένα ανθρωπιστικό και διακαιϊκό «μαξιλάρι», ένα πολιτικό και ηθικο-κανονιστικό πλαίσιο προφύλαξης του (υπερεξοπλισμένου με πυρηνικά) Ισραήλ και νομιμοποίησης του νέου προετοιμαζόμενου πολέμου. Το πλαίσιο αυτό ενέχει και την προσπάθεια να συγκαλυφθεί και να απαλλαγεί ο σιωνιστικός παράγοντας από την επιλογή και τη συνεργία του στο θέμα της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, που περιλαμβάνει την μαζική ανάπτυξη όλης της υποκριτικής ψευδολογίας, ώστε να γίνει ξανά αποδεκτή η προετοιμασία της καινούργιας ιμπεριαλιστικής αιματηρής επίθεσης στο Ιράν. Αυτή η ενορχηστρωμένη διαδικασία απόκρυψης δεν περιορίζεται μοναχά στο χώρο των «Ρεπουμπλικάνων» αλλά παίρνουν μέρος και οι «Δημοκρατικοί» όπως και μια σειρά «φιλελεύθερες» και «ειρηνιστικές» κινήσεις ακόμα και μερικοί διανοούμενοι της ακαδημαϊκής, δημοσιογραφικής κλπ λάιφ - στάιλ αριστεράς. Όλοι τους σε αγαστή σύμπνοια σιωπούν εκκωφαντικά για το ρόλο του Ισραήλ, των σιωνιστικών οργανώσεων και του κρίσιμου συσχετισμού επιρροής τους στα κέντρα αποφάσεων στις ΗΠΑ, Όλοι τους έχουν μνήμη «ασθενική» όταν πρέπει να θυμηθούν πως πριν (π.χ το περίφημο «Σχέδιο για το Νέο Αμερικάνικο Αιώνα-Σεπτέμβρης 2000) και μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 αρκετοί τεχνοκράτες-αναλυτές των «δεξαμενών σκέψης» και οι σημαντικοί σχεδιαστές της διεθνούς και μεσανατολικής πολιτικής στις κυβερνήσεις Κλίντον και Μπους ήταν είτε άμεσα, είτε έμμεσα σε «στοχαστική» αλληλενέργεια, τοποτηρητές της σιωνιστικής διαπλοκής εκπονώντας ένα μακρόπνοο πρόγραμμα διαδοχικών νεοταξικών πολέμων με βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία, εισβολή σε Ιράκ-Αφγανιστάν και πιθανότατη συνέχεια η επίθεση στο Ιράν και στη Συρία. Ένα πρόγραμμα που ερχόταν μεταξύ των άλλων να εξυπηρετήσει κυρίαρχα τις επιλογές του ισραηλινού κράτους και του πανίσχυρου σιωνιστικού συσχετισμού στις ΗΠΑ, που πρόκριναν τη στρατηγική πολιτική της εξάλειψης όσων καθεστώτων στη Μέση Ανατολή ήθελαν να αντιταχθούν στη σιωνιστική-φασιστική, φυλετική κάθαρσή των κατεχόμενων εδαφών, στην απεριόριστη επέκταση του εποικισμού στην κατεχόμενη Παλαιστίνη και στην συγκρότηση μιας ασύδοτης και αποκλειστικής ισραηλινής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή. Η πολιτική αυτή που βασίζεται στην μαζική υποστήριξη της ισραηλινής «κοινής γνώμης» (εκτός μιας μικρής προοδευτικής και αγωνιστικής αντιπολεμικής μειοψηφίας), περιλαμβάνει επίσης την προώθηση και την εφαρμογή των σχεδίων κατάτμησης του Ιράκ σε αλληλοσπαρασσόμενες, παραδοσιακές φυλετικές και τεχνικο-θρησκευτικές οντότητες (Κουρδιστάν, Σιιστάν, Σουνιστάν) ευελπιστώντας το αντίστοιχο με την προσπάθεια αποσταθεροποίησης, μέσω των εθνικών μειονοτήτων (Κούρδοι, Αζέροι, Άραβες κλπ) και τον προετοιμαζόμενο καταστροφικό βομβαρδισμό στο Ιράν. Είναι άραγε τυχαίο που στις 5 Νοεμβρίου 2002 σε συνέντευξη του στους αγγλικούς «Times» ο Αριέλ Σαρόν απαίτησε από τον Μπους «όταν η επικείμενη σύγκρουση με το Ιράκ ολοκληρωθεί τότε να επιτεθεί στο Ιράν» («το κέντρο της διεθνους τρομοκρατίας» που «επιδιώκει τη κατοχή όπλων μαζικής καταστροφής»); Μέχρις στιγμής η σιωνιστική στρατηγική στη Μέση Ανατολή είναι κερδισμένη διότι πέτυχε την αμερικανική αποδιάρθρωση και διαίρεση του ιρακινού κράτους (με απολογισμό μετά την εισβολή μια δεύτερη γενοκτονία που αγγίζει το 1.000.000 ιρακινών θυμάτων) όμως λόγω της προχωρημένης απελευθερωτικής αντίστασης στο Ιράκ βλέπει να καθυστερεί και χρονικά να αναβάλλεται το πολεμικό πλήγμα στο Ιράν.

ΗΠΑ. Η Δεσπόζουσα Σιωνιστική Διαπλοκή

Από την ίδρυσή του το ισραηλινό κράτος βασίζεται στην οργανική αλληλεξάρτηση του με την αμερικανοβρετανική μεσανατολική πολιτική. Μέσα στις ΗΠΑ ο σιωνιστικός κοινωνικοπολιτικός συσχετισμός και τα δίκτυα επιρροής του είναι καθοριστικά στη διαμόρφωση της αμερικάνικής στρατηγικής σε τέτοιο βαθμό που, βοηθούντων των ελεγχομένων ΜΜΕ, να διαιωνίζεται η επικρατούσα, από τις ιδρυτικές απαρχές της αμερικάνικής κοινωνίας, ακλόνητη πεποίθηση πως η αφοσίωση στην « ιστορική εβραϊκή κοιτίδα» είναι ταυτόσημη με την αφοσίωση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και είναι τούτη η αλληλεξάρτηση και ταύτιση που επέτρεψε αρκετά χρόνια πριν να γίνει ευρύτερα αποδεκτό το σχέδιο που καλλιεργήθηκε στους κόλπους του αμερικανοεβραϊκού σιωνισμού για μια παγκόσμια αντιτρομοκρατική σταυροφορία με παράλληλη επιδίωξη την δολοφονική επέμβαση του πολεμικού δυναμικού των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή ενάντια στις απείθαρχες αραβικές και μουσουλμανικές περιοχές.

Ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 οργανώθηκε μια νέα εσωτερική πραγματικότητα που ορίζεται κάτω από την κεντρική δύναμη του «κύκλου» των σιωνιστών-νεοσυντηρητικών (neocons). Ο σιωνιστικός-νεοσυντηρητικός εξουσιαστικός συνασπισμός δεν αφορά μόνο την ισχύρη πτέρυγα της αμερικανοεβραϊκής ολιγαρχίας, ούτε περιλαμβάνει μοναχά πολίτες εβραϊκής καταγωγής αλλά επίσης πρόσωπα και ομάδες (μεταξύ των οποίων και επιφανείς προτεστάντες-αναγεννημένους χριστιανούς-ευαγγελιστές κ.α.) που καταλαμβάνουν όλο το κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό στερέωμα. Η κατάσταση αυτή συναρθρώνει σε μια δυναμική συσσωρευτική, ολοκληρωτικά, μιλιταριστικά και ρατσιστικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα στα οποία προσδίδεται μαζική κοινωνική βάση. Ο σιωνιστικός αυταρχισμός και μιλιταρισμός ως ιδεολογία και στρατευμένη πρακτική εδράζεται σε ένα ενεργητικότατο και άρτια συγκροτημένο πλέγμα οργανωτικών δομών και λειτουργιών που συστεγάζει πάνω από 50 σημαντικές αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις, που συνομαδώνονται κάτω από ισχυρότατους κεντρικούς φορείς (AIPAC, CPMAJO, ADL, AJC κ.α.), επιθεωρήσεις πολιτικοτεχνοκρατικής ανάλυσης (όπως Project for the New American Century, Commentary magazine , The Weekly Standard) κ.α. Θα πρέπει να επισημανθεί η αυξανόμενη αντίθεση μιας μικρής μειοψηφίας καθώς είναι δεδομένο πως όλοι οι αμερικανοεβραίοι δεν είναι ενταγμένοι στο σιωνιστικό φονταμενταλιστικό συσχετισμό και υποστηρικτές της δράσης του και ούτε θα πρέπει να γίνονται, φασίζουσας έμπνευσης, αναγωγές συλλογικής ενοχής. Οι κυριαρχικές επιδράσεις της σιωνιστικής κοσμοεικόνας και πολιτικής έχουν διαμορφώσει μια τέτοια ασφυκτική, αποπνικτική περιρρέουσα ατμόσφαιρα στο αμερικάνικο σύστημα που εξ αντιδράσεως δημιουργούνται ρήγματα εντός των Ελίτ στις ΗΠΑ που αντανακλώνται τόσο μέσα στο Ρεπουμπλικανικό όσο και στο Δημοκρατικό κόμμα. Η πραγματικότητα αυτή πρόσφατα εκφράστηκε και σε άρθρο του Τζόρτζ Σόρος (εβραϊκής καταγωγής), στην επιθεώρηση «Νew York Review of Βooks», όπου σημείωνε: ««Το φιλο-ισραηλινό λόμπι έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικό στην καταπίεση της κριτικής (έναντι του Ισραήλ)… Η απαιτούμενη επανεξέταση της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή έχει ξεκινήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν μπορεί να προχωρήσει πολύ, όσο η AIPAC διατηρεί την ισχυρή της επιρροή τόσο στους Δημοκρατικούς όσο και στους Ρεπουμπλικάνους».

Η δύναμη του σιωνιστικού συσχετισμού εγγράφεται, μέσα στην πολλαπλότητα των δομών εξουσία στις ΗΠΑ, με τη συγκροτημένη και αποτελεσματική του διάχυση, την ιδιαίτερη οργάνωση, την απεριόριστη χρηματοδότηση και την κεντρικότητα όλων των κατευθύνσεων δράσης. Ο σχηματισμός αυτός με ποικίλους και συντονισμένους τρόπους (πολιτική καταστολή, δικαστικό εξαναγκασμό, οικονομικό εκβιασμό, «μαύρες λίστες», λογοκρισία και αυτολογοκρισία των ΜΜΕ, μονομερή και προχωρημένη προπαγάνδα, συγκεντρωμένες και συγκεντροποιημένες προστακτικές διεκδικήσεις κ.α.) επιβάλλει, σε όλες τις σφαίρες της οικονομικής, πολιτικοστρατιωτικής, πνευματικής και ακαδημαϊκής δράσης και σε όλες τις περιοχές της χώρας, τη σταθερή ένταξη και υπαγωγή των ΗΠΑ στο πρόγραμμα του πλανητικού «αντιτρομοκρατικού πολέμου» και στην ισραηλινή μεσανατολική κοσμοεικόνα και στρατηγική. Μετά το 1967 η ετήσια αμερικανική εξωτερική βοήθεια προς το Ισραήλ έγινε μέγας πακτωλός δολαρίων (πάνω από 3 δις δολ.ετησίως) και το κατά κεφαλήν εισόδημα των Εβραίων μέσα στις ΗΠΑ έγινε διπλάσιο από όλους τους άλλους ενώ σχεδόν οι μισοί των πλουσιοτέρων ανθρώπων είναι αμερικανοεβραίοι. Οπότε η δεσπόζουσα σιωνιστική διαπλοκή διαθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους για την υποστήριξη της πολιτικής της τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια σφαίρα. Η εκτεταμένη μαζική κοινωνικοπολιτική της επιρροή σε συνδυασμό με τις ανεξάντλητες εκλογικές χρηματοδοτικές δυνατότητες της εξασφαλίζουν μια δυναμική παρουσία και έλεγχο μέσα στο κομματικό, κοινοβουλευτικό, κυβερνητικό πολιτικοστρατιωτικό και κρατικό σύστημα που τούτο με τη σειρά του ανατροφοδοτεί με πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα τη γενική της ισχύ. Αυτή η ισχύς ενσωματώνει πλήθος τομέων και επιτροπών εκτελεστικής, πολιτικής, στρατιωτικής, διπλωματικής κλπ δραστηριότητας, πανεπιστήμια, «δεξαμενές σκέψης» και «ινστιτούτα» που αποδέχονται και τεκμηριώνουν τους προσανατολισμούς των διευθυντικών σχεδιαστών της σιωνιστής στρατηγικής.

Στα πλαίσια αυτά γίνεται αντιληπτή η παλινδρόμηση και «απόσυρση» των «Δημοκρατικών» στο πρόσφατο ζήτημα της αναγνώρισης της γενοκτονίας 1,5 εκατομμυρίου Αρμενίων από τη Τουρκία. Στην εξυπηρέτηση του Ισραήλ ο σιωνιστικός συσχετισμός επέδρασε καθοριστικά στην υπονόμευση ενός αναγνωριστικού ψηφίσματος από το Κογκρέσο. Ο λόγος δεν αφορά μονάχα τον κατευνασμό από το Ισραήλ της συμμάχου του Τουρκίας όταν την ίδια περίοδο αναπτύσσει παρουσία με ειδικούς εμπειρογνώμονες και στρατιωτικούς συμβούλους στο ιρακινό Κουρδιστάν που, μεταξύ των άλλων, εκπαιδεύουν κούρδους καταδρομείς για δράση μέσα στο Ιράν και όχι μόνο. Αφορά επίσης την ενορχηστρωμένη, κυρίως μετά το 1967, εβραϊκή «βιομηχανία ολοκαυτώματος» ώστε να μπορεί να κατέχει προνομιακά την αποκλειστικότητα -ως η μοναδική γενοκτονία στον 20ού αιώνα- και πάνω της να υποβαστάζεται ένα μεγάλο μέρος της σημερινής σιωνιστικής προπαγάνδας και της εξοντωτικής ισραηλινής πολιτικής.

Ισραήλ και Μέση Ανατολή

Το Ισραήλ ανήκοντας στη βαθμίδα των «Νέων Επεκτατικών Κρατών» ( που περιλαμβάνει Ρωσία, Κίνα, Ινδία, Καναδά, Αυστραλία) είναι με τρόπο ιδιότυπο μια πανίσχυρη διεθνής δύναμη που συγκροτεί ένα καθοριστικότατο αντεπαναστατικό κέντρο και ένα προπύργιο της ιμπεριαλιστικής πολεμικής ισχύος. Στη σημερινή περίοδο καθώς το Ισραήλ οργανώνει ένα χρόνιο εξοντωτικό πόλεμο στο εσωτερικό του και στην ευρύτερη περιοχή με τους αραβικούς και ισλαμικούς πληθυσμούς έχει συσσωρεύσει μια τεράστια εμπειρία «συγκρούσεων χαμηλής έντασης» και τη πιο προχωρημένη κατασκοπευτική και κατασταλτική τεχνογνωσία, που επενδύεται και ενσωματώνεται χρησιμότατα στο οπλοστάσιο διεξαγωγής του διεθνούς ιμπεριαλιστικού αντιτρομοκρατικού πολέμου .

Το σιωνιστικό Ισραήλ, αναπαράγοντας τη ναζιστική θηριωδία, εξάσκησε μια ολοκληρωτική και κτηνώδη επιθετικότητα απέναντι στον παλαιστινιακό λαό που προσέλαβε χαρακτηριστικά γενοκτονίας. Το Πρόγραμμα της κλιμακούμενης, συστηματικής, εξοντωτικής και αιματηρής «αποαραβοποίησης» της παλαιστινιακή γης δεν περιορίζεται μοναχά σε Γάζα και Δυτική Όχθη αλλά σε ολόκληρη τη Παλαιστίνη. Οι Εβραίοι στις αρχές του 20ου Αιώνα κατείχαν λιγότερο του 2% της Παλαιστίνης. Τώρα κυριαρχούν στο 90%. Οι σιωνιστές έχοντας εξασφαλίσει την απλόχερη πολιτική, στρατιωτική, διπλωματική υποστήριξη και μια τεράστια χρηματοδοτική βοήθεια από την πλανητική ολιγαρχία (μέσα στην οποία έχει ισχυρότατο ρόλο η διεθνική εβραϊκή ελίτ) οργάνωσαν ένα Επεκτατικό Κράτος, περιφερειακό τοποτηρητή αυτής της ολιγαρχίας.

Το ισραηλινό κράτος αποσκοπώντας στην ανάπτυξη και σταθεροποίηση της αποκλειστικής ηγεμονίας του στην ευρύτερη μεσανατολική περιοχή εφάρμοσε μια πολεμική, επιθετική εξωτερική και εσωτερική πολιτική μακράς κλίμακας με πιο πρόσφατα γεγονότα:
-Τον κατακτητικό πόλεμο των «Έξι Ημερών» το 1967.απέναντι σε Αίγυπτο, Συρία, Ιορδανία με τον οποίο το Ισραήλ τριπλασίασε το κατεχόμενο έδαφος (Δυτική Όχθη, Ανατολική Ιερουσαλήμ, Λωρίδα Γάζας, Σινά, Υψίπεδα Γκολάν)
-Τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του Γιομ Κιπούρ του 1973 και τη δύσκολη τελική επικράτηση του με την καθοριστική στήριξη των ΗΠΑ.
-Το βομβαρδισμό των εγκαταστάσεων του πυρηνικού προγράμματος του Ιράκ το 1981.
-Την οδήγηση των ΗΠΑ προς τους δύο καταστροφικούς πολέμους στο Κόλπο ενάντια στο Ιράκ το 1991 και 2003. Εδώ έχουμε την εγκαθίδρυση ενός νεοαποικιακού-διαιρετικού κατοχικού καθεστώτος-με τα 200.000 αμερικανοβρετανικά στρατεύματα, τις μισθοφορικές εταιρίες (όπως η Blackwater κ.α.) και τα συνεργαζόμενα με αυτό εγχώρια «τάγματα θανάτου»-που είναι υπόλογο για το θάνατο σχεδόν 1 εκατομμυρίου, τον εξαναγκαστικό ξεριζωμό 4 εκατομμυρίων ιρακινών πολιτών και για τη δυστυχία της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού.
-Το πλήθος των παράπλευρων επιθετικών ενεργειών, όπως διαδοχικές επιθέσεις και κατοχή του Λίβάνου (1978, 1982, 2006), αμέτρητες επιχειρήσεις δολιοφθοράς, αναρίθμητες σφαγές, καθημερινές δολοφονίες και μαζικές φυλακίσεις των Παλαιστινίων κ.α.
-Την, νεοναζιστικής έμπνευσης (όπως τότε στη Βαρσοβία), οικοδόμηση εντός του Ισραήλ ενός ογκώδους Τείχους γκετοποιώντας αποτελεσματικά τον παλαιστινιακό πληθυσμό. Με αυτό και σε συνδυασμό με τα στρατιωτικά φυλάκια, τους εκτεταμένους εποικισμούς και τόσα άλλα μέτρα, οι σιωνιστές οικοδομούν το παλαιστινιακό Μπαντουστάν, πνίγουν τη διακίνηση προσώπων και βιοτικών μέσων, εμποδίζουν ακόμα και τους αγρότες να καλλιεργούν τους αγρούς τους. Η πολιορκούμενη Γάζα αντιμετωπίζει διαρκώς τις εγκληματικές πρακτικές στραγγαλισμού της (διακοπές ηλεκτρικής ενέργειας, αέριου και πόσιμου νερού) περιμένοντας καθημερινά την εισβολή του σιωνιστικού στρατού.

Μέσα στον εβραϊκό πληθυσμό υπερισχύει η σοβινιστική ενότητα του. Οι θετικές διαφοροποιήσεις απέναντι στους Παλαιστινίους είναι δραματικά μειοψηφικές. Το λεγόμενο ειρηνιστικό κίνημα εντελώς ανήμπορο και διαιρεμένο με τη πλειοψηφία του πέρυσι να συγκατατίθεται , στον επιθετικό σιωνιστικό πόλεμο εξόντωσης στο Λίβανο με το πρόσχημα της «εθνικής άμυνας».

Το 1952 το Ισραήλ άρχισε να υλοποιεί το πυρηνικό του σχέδιο. Το 1958 με τη τεχνική συνδρομή της Γαλλίας κατασκευάζονται οι πυρηνικές εγκαταστάσεις στην έρημο Negev (στη Dimona). Η βοήθεια της Γαλλίας ήταν σημαντικότατη στην ανέγερση του αντιδραστήρα, των ατομικών βομβών και στην αναδιαμόρφωση των αεροπλάνων «Μιράζ» για τη μεταφορά τους το 1966. Το 1967-1968 το Ισραήλ διαθέτει τα πρώτα πυρηνικά όπλα. Στο πόλεμο των «Έξι Ημερών» ήδη έχει 2 ατομικές βόμβες. Κατά το πόλεμο του Γιομ Κιπούρ ο υπουργός Εξωτ.των ΗΠΑ Χένρι Κίσσινγκερ, δικαιολόγησε την αποστολή τεράστιας στρατιωτικής βοήθειας στο Ισραήλ με τη θέση πως αν οι ΗΠΑ δεν το έκαναν «το Ισραήλ ήταν αποφασισμένο να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα». Όταν από το 1974 η Γαλλία σταμάτησε τη βοήθεια τότε το Ισραήλ συνεργάστηκε με τη Ν. Αφρική ανταλλάσσοντας ουράνιο και πυρηνικές δοκιμές (στο έδαφος της) με τεχνογνωσία.

Το ατομικό οπλοστάσιο που ανέπτυξε το Ισραήλ του επέτρεψε όχι μόνο να κατακτήσει το πυρηνικό μονοπώλιο στη Μέση ανατολή αλλά και να αναβαθμιστεί σε 5η παγκόσμια πυρηνική δύναμη. Αυτό κατ΄ αρχήν περιλαμβάνει 250-300 πυρηνικές κεφαλές. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 οι ΗΠΑ του έδωσαν πυραύλους Lance βεληνεκούς 130 Km. Διαθέτει πυραύλους Jericho I (προέλευση από Γαλλία) βεληνεκούς 600 Km και ως βελτίωση τους Jericho IΙ με βεληνεκές 1.500-3.500 Km που χρησιμοποιούν τον εκτοξευτή δορυφόρων Shavit. Ισραηλινά αεροπλάνα μπορούν να εξοπλιστούν με ατομικές βόμβες βαρύτητας και πυραύλους Harpoon. Πριν το 2000 το Ισραήλ ναυπήγησε στη Γερμανία υποβρύχια Dolphin από τα οποία μπορούν να εκτοξευθούν πυρηνικές κεφαλές. Επίσης πιθανολογείται πως κατέχει πυραύλους Cruise που μπορουν να εκτοξευθούν από αεροπλάνα και υποβρύχια με βεληνεκές 900 ναυτικά μίλια.

Η κατασκευή πυρηνικού εξοπλισμού από το Ισραήλ γνωστοποιήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1986 από την εφημερίδα Sunday Times του Λονδίνου βασιζόμενη στις αποκαλύψεις του ισραηλινού πυρηνικού επιστήμονα Μορντεχάι Βανούνου. Στη συνέχεια ο Βανούνου εντοπίστηκε από τη Μοσάντ στη Ρώμη όπου και μεταφέρθηκε με απαγωγή στο Ισραήλ και καταδικάστηκε σε 18 χρόνια κάθειρξη για κατασκοπεία. Το Δεκέμβριο του 2005, ο αρχηγός του ρωσικού Γενικού Επιτελείου στρατηγός Γιούρι Μπαλουέβσκι, δήλωνε πως «το Ισραήλ κατέχει ένα σημαντικό πυρηνικό οπλοστάσιο». Ο Ρόμπερτ Γκέιτς,πρώην δ/ντης της CIA και αντικαταστατής του Ντόναλντ Ράμσφελντ στο αμερικάνικό, καταθέτοντας στη Γερουσία στις 7 Δεκεμβρίου 2006 ανέφερε ότι το Ισραήλ κατέχει ατομικά όπλα: «Αυτοί (οι Ιρανοί) έχουν περικυκλωθεί από δυνάμεις με πυρηνικά όπλα –το Πακιστάν στην ανατολή, οι Ρώσοι, στον βορρά, οι Ισραηλινοί στα δυτικά, και εμάς στον Περσικό Κόλπο». Ο τύπος της 12 Δεκεμβρίου 2006 δημοσιεύει απόσπασμα από συνέντευξη του ισραηλινού πρωθυπουργού Εχούντ Ολμέρτ, στο γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο Salt1, που δηλώνει: «είναι το ίδιο πράγμα όταν αυτοί (οι ιρανοί) επιδιώκουν να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα, όπως η Αμερική, η Γαλλία, το Ισραήλ και η Ρωσία ;». Η, για πρώτη φορά, έμμεση παραδοχή από το Ισραήλ πως διαθέτει πυρηνικά οδηγεί το Ιράν να καταφύγει στις 19 Δεκέμβρη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ζητώντας τη καταδίκη του Ισραήλ για «την παράνομη ανάπτυξη και κατοχή πυρηνικών όπλων»

Το Ισραήλ δεν έχει αποδεχθεί τη Συνθήκη για τη Μη-Διασπορά των Πυρηνικών Όπλων (Non-Proliferation Treaty). Αντίθετα το Ιράν αποδεχόμενο την NPT υπέγραψε το πρόσθετο πρωτόκολλο της συνθήκης, με δέσμευση συμμόρφωσης προς όλες τις διατάξεις αυτών των διεθνών πράξεων. Η άρνηση του Ισραήλ να υπογράψει την NPT μέχρι σήμερα υποκρύβει το μυστικό ισραηλινό πρόγραμμα να επιτεθεί στις ιρανικές ατομικές εγκαταστάσεις χρησιμοποιώντας τακτικά πυρηνικά.

Προς το Τρίτο Παγκόσμιο θερμοπυρηνικο Πόλεμο;

Αυτές τις μέρες βλέπουν το φως της δημοσιότητας νέες πληροφορίες που διαψεύδουν την σιωνιστική-νεοσυντηρητική αντιιρανική προπαγάνδα. Στις 3 Δεκεμβρίου 2007 δημοσιοποιήθηκε η συνθετική έκθεση της Εθνικής Υπηρεσίας Αναλύσεων (ΝΙΕ) στις ΗΠΑ (ενσωματώνει στοιχεία 16 μυστικών υπηρεσιών) που συμπεραίνει πως το 2003 το Ιράν ανέστειλε το στρατιωτικό πυρηνικό του σχέδιο και στη τωρινή χρονική στιγμή δεν υλοποιεί την ανάπτυξη πυρηνικού όπλου. Η προοπτική αυτή (λόγω συνέχισης του εμπλουσμού ουρανίου) εξακολουθεί να υπάρχει τοποθετούμενη χρονικά κατά το 2010-2015. Την επόμενη μέρα η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) ανακοινώνει: «Επικυρώνεται η εκτίμηση που έχει διατυπωθεί κατ' επανάληψη από τον γενικό διευθυντή (Μοχάμεντ ελ Μπαραντέι) ότι τα ευρήματα δεν δείχνουν κανέναν καθαρό, υφιστάμενο κίνδυνο και υπάρχει άφθονος χρόνος για διαπραγματεύσεις». Η αντίδραση του σιωνιστικού-νεοσυντηρητικού μπλοκ εξουσίας εκδηλώθηκε αστραπιαία. Έτσι σε συνέντευξη τύπου στις 4 Δεκεμβρίου 2007 ο Μπους δηλώνει: «Το Ιράν ήταν, είναι και θα είναι επικίνδυνο αν έχει την τεχνογνωσία για την κατασκευή πυρηνικών όπλων». Ερωτώμενος δε για τη πιθανότητα στρατιωτικής επέμβασης απαντά: «η καλύτερη και αποτελεσματικότερη διπλωματία είναι αυτή όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά».

Η ιερά συμμαχία ΗΠΑ-Βρετανία-Ισραήλ προσπαθεί να κατευθύνει τη κατανομή της ισχύος σε πλανητικό επίπεδο μεγιστοποιώντας το αυτοκρατορικό ποσοστό που αυτή ελέγχει. Αυτό προϋποθέτει να εμποδιστεί η αναβάθμιση Ρωσίας-Κίνας, να συστρατευτεί μετωπικά η Ευρωπαϊκή Ένωση και στο περιφερειακό μεσανατολικό επίπεδο να καταστραφούν οι ηγεμονικές επιδιώξεις του Ιράν. Αυτή η πραγματικότητα ενσωματώνει οργανικά και κατά προτεραιότητα τον πολεμικό σχεδιασμό και τον υλοποιεί ως σταθερό άξονα ανάπτυξης της ιμπεριαλιστικής γεωπολιτικής.

Ως προς το ιρανικό τερραίν ο ιμπεριαλιστικός-σιωνιστικός πολεμικός σχεδιασμός έχει χρονικό ορίζοντα που φτάνει μέχρι τις αρχές του 2009 και περιλαμβάνει δυο, επικρατούντα ανάμεσα σε άλλα, εναλλακτικά προγράμματα δράσης. Το πρώτο είναι ο καταιγιστικός κεραυνοβόλος βομβαρδισμός των ατομικών εγκαταστάσεων στις περιοχές Ispahan, Natanz, Arak, Bushehr, Arkedan, Lashkar Abad, Karaj κ.α. πρώτα με συμβατικές διατρητικές βόμβες, βλήματα απεμπλουτισμένου ουρανίου (DU) και μετά με «μικρά πυρηνικά». Το δεύτερο αφορά μια καθολική επιχείρηση, το λιγότερο 4 ημερών, σε όλες τις βασικές στρατιωτικές θέσεις μέσα στην ιρανική επικράτεια με πάνω από 2.000 στόχους. Η επιχείρηση περιλαμβάνει και περιοχές της Συρίας και του Λιβάνου. Συνδυάζει καταστροφικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς με συνδρομή των εναέριων μέσων του αμερικανικού στρατού και ταυτόχρονες επιθέσεις από το στρατό, τις βάσεις των ΗΠΑ, που κυκλώνουν το Ιράν και τη Συρία και το ναυτικό. Οι αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις επίσης είναι αυτές που κυρίως καλούνται να διαχειριστούν στο πολεμικό θέατρο στον Περσικό Κόλπο την απρόσκοπτη ροή του πετρελαίου στα στρατηγικά στενά Χορμούζ. Τα ισραηλινά στρατεύματα μαζί με τα πιο προχωρημένα τους μέσα (πολεμική αεροπορία, βαλλιστικά συστήματα κ.α.) έχουν τεθεί σε πλήρη ετοιμότητα και αντίστοιχα προετοιμάζονται οι βρετανικές δυνάμεις στο Ν. Ιράκ για προσβολή της ιρανικής επαρχίας του Κουζεστάν όπου βρίσκονται οι περισσότερες πετρελαιοπηγές του Ιράν.

Ένας νέος πόλεμος με το Ιράν θα προκαλούσε άμεσα ανυπολόγιστο αριθμό θυμάτων στις βομβαρδισμένες ζώνες και στα πεδία των μαχών. Η χρήση «τακτικών πυρηνικών» θα επέφερε επιπρόσθετα ένα περιβαλλοντικό και ανθρώπινο ραδιενεργό ολοκαύτωμα, μέσα και πέρα από τα όρια της Μέσης Ανατολής. Ακόμα και χωρίς τα «τακτικά πυρηνικά» οι βομβαρδισμοί των ατομικών εγκαταστάσεων θα προκαλούσαν καταστροφικές συνέπειες μεγαλύτερης έκτασης από αυτή του Τσέρνομπιλ. Όσο αφορά τα βλήματα απεμπλουτισμένου ουρανίου (DU) (χρήση σε Γιουγκοσλαβία, Ιράκ) η ακτίνα εκτεταμένης και μόνιμης μόλυνσης γύρω από το κτυπημένο στόχο είναι 1.000 μίλια.

Το καθεστώς του Ιράν προετοιμάζεται από χρόνια για μια τέτοια στιγμή. Το ιρανικό οπλοστάσιο κατάφερε να διαβεί τα σύνορα της αυτάρκειας με τη παραγωγή σύγχρονων και αποτελεσματικών πολεμικών μέσων ενώ έχει προπαρασκευαστεί και αναπτύξει το σχεδιασμό των ορθόδοξων και των ανορθόδοξων μορφών πολέμου, της «ασύμμετρης τακτικής», για τη καταπολέμηση των επιτιθέμενων δυνάμεων. Οι ιρανικός στρατιωτικός τομέας έχει οργανώσει μια, μέγιστης αποδοτικότητας, ασπίδα εναέριας άμυνας που ενισχύθηκε πρόσφατα με τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα TOR-M1. Μεταξύ των άλλων πολεμικών μέσων δράσης, απόκτησε τα υπερσύγχρονα εναέρια, επίγεια και φορητά «Zolfaqar- war games» συστήματα, ενώ διαθέτει ως ειδικό όπλο τις «κατευθυνόμενες βόμβες» των 2.000 λιβρών που έχουν παραγωγική διεισδυτική δυναμικότητα προς τους εχθρικούς στρατιωτικούς, οικονομικούς και στρατηγικούς στόχους. Ουσιαστικά πρόκειται για τηλεκατευθυνόμενα αεροσκάφη που φέρουν πυραυλική εκρηκτική κεφαλή. Πύραυλοι Shahab-3 (βεληνεκές 1.300 Km) μπορούν να πλήξουν επώδυνα το Ισραήλ και αντίστοιχα πύραυλοι Shahab-2/Scud-C (βεληνεκές 500 Km) μπορούν να ριχτούν ενάντια στα στρατεύματα των αμερικανοβρετανών στο Ιράκ μεταφέροντας έως 700 κιλά συμβατικού εκρηκτικού υλικού, χημικούς ή βιολογικούς παράγοντες. Το Ιράν, διαθέτοντας άρτια εκπαιδευμένα, αξιόμαχα στρατεύματα, με τη ισχυρή προώθηση των πολεμικών επιχειρήσεων θα άπλωνε και θα γενίκευε το θέατρο πολέμου μέσα στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και στον Περσικό Κόλπο (πρωταρχικά με κλείσιμο των στενών Xoρμούζ). ΗΠΑ-Ισραήλ και ΝΑΤΟ γνωρίζουν πως ένας εναέριος μαζικός βομβαρδισμός θα επαγόταν βαθμιαία σε μια διαφορετική πραγματικότητα όπου θα πρέπει να αναμετρηθούν με το Ιράν, τη Συρία, τις λιβανικές και παλαιστινιακές αντιστασιακές δυνάμεις και τις σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, σε ένα ευρύτατο πεδίο εδαφικού πολέμου. Ακόμα μέσα στους αραβικούς και γενικότερα τους μουσουλμανικούς, σουνιτικούς και σιτικούς, πληθυσμούς από το Μαρόκο ως το Πακιστάν και την Ινδονησία, βλέποντας το Ιράν ως μια δύναμη αντίστασης ενάντια στην αμερικανοισραηλινή επιθετικότητα θα πολλαπλασιαστεί η ριζοσπαστική, άοπλη και ένοπλη, αμφισβήτηση και θα απειληθούν τα αμερικανόδουλα καθεστώτα τους.

Ο πόλεμος λοιπόν δεν θα περιοριζόταν σε ένα περίκλειστο θέατρο συγκρούσεων αλλά θα ενσωμάτωνε στη περιδίνηση του ολόκληρη την μεσανατολική και κεντροασιατική περιοχή, από την ανατολική Μεσόγειο μέχρι τα όρια της Κίνας. Μια τέτοια κλιμάκωση πιθανολογείται και συνυπολογίζεται στις εκτιμήσεις και στα προγράμματα των τεχνο-γραφειοκρατών και σχεδιαστών της ιμπεριαλιστικής-σιωνιστικής στρατηγικής διαχείρισης του «ευρασιατικού χάους» με σκοπό την εμπόλεμη διαμόρφωση μιας «Νέας Μέσης Ανατολής». Οι εξελίξεις στο υπό ισλαμική έκρηξη, και σήμερα, Πακιστάν θα είναι απρόβλεπτες και αν λογαριάσει κανείς το πυρηνικό του οπλοστάσιο δραματικά επικίνδυνες στη συγκέντρωση των παραγόντων μετάβασης στο τρίτο παγκόσμιο θερμοπυρηνικό πόλεμο. Επίσης στο σκηνικό των εξελίξεων του πολέμου οι απαντήσεις της Ρωσίας και της Κίνας, που έχουν υπογράψει στρατιωτικές συμφωνίες με το Ιράν, θα είναι καθοριστικότατες. Η Μόσχα δεν θα μείνει απαθής απέναντι στην «προφανή επίδειξη ισχύος» του ΝΑΤΟ στα σύνορά της διακηρύσσει ο Βλαντιμίρ Πούτιν μπροστά στους στρατηγούς των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων δύο εβδομάδες πριν από τις βουλευτικές εκλογές στη Ρωσία και συνεχίζει: ««Η ρωσική πυρηνική δύναμη είναι έτοιμη για κάθε επίθεση». Και οι δηλώσεις αυτές δεν στοχεύουν μόνο τα αμερικανικά σχέδια εγκατάστασης των συστημάτων «αντιπυραυλικής ασπίδας» στη Τσεχία και Πολωνία αλλά γίνονται και ενώπιον ενός σκηνικού συσσώρευσης των απειλητικών όρων του επόμενου πολέμου της Νέας Τάξης...
_