Πως να σωθεί η Πατρίδα-Μέρος 1
Δυτική «Αυτοκρατορία του Κακού». [3 Δεκεμβρίου 2012...]
Πως να σωθεί η Πατρίδα-Μέρος 2
Κατεχόμενη Ελλάδα και Ανύπαρκτη Αντιπολίτευση. [5 Δεκεμβρίου 2012...]
Πως να σωθεί η Πατρίδα-Μέρος 3
Μια Νέα Μεγάλη Ιδέα για τον 21ο Αιώνα. [9 Δεκεμβρίου 2012...]
Ευρω-Αττίλας στη Κύπρο
[16 Μαρτίου 2013...]
Odious Debt
[11 Απριλίου 2010...]
Η Χρηματοδεσποτεία των Banksters (Ι)
H υποτέλεια των εγχώριων πολιτικών επιστατών και τα «αριστερά» υποστηρίγματα. [14 Μαρτίου 2010...]
Η Χρηματοδεσποτεία των Banksters (ΙΙ)
Το ελληνικό αδιέξοδο και η εναλλακτική λύση. [21 Μαρτίου 2010...]
Ο Πόλεμος στον Καύκασο
[10 Αυγούστου 2008...]
Υπερκαυκασία. Ήττα του ΝΑΤΟ
[14 Αυγούστου 2008...]
Η Βαλκανική Αποσταθεροποίηση
και τα Προτεκτοράτα: Κόσσοβο και ΠΓΔΜ. [2 Μαρτίου 2008...]
Αίγυπτος:Εξέγερση και Τάξη
[13 Φεβρουαρίου 2011...]
Πακιστάν. Το Μέγα Ηφαίστειο
[29 Δεκεμβρίου 2007...]
Το ΠΑΣΟΚ σε «COMA»
[21 Σεπτεμβρίου 2007...]
Εξόριστοι Ποιητές. Erich Fried
[13 Οκτωβρίου 2007...]
Comandante Che Guevara
[8 Οκτωβρίου 2007...]
Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51 52 Next

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2007

Το «Μακεδονικό» ξανά

Δεκαετίες τώρα είναι στο προσκήνιο το «Μακεδονικό», με αιχμή τον κρατικό αναθεωρητισμό ενός ιμπεριαλιστικού- αμερικανικού νέο-προτεκτοράτου, των Σκοπίων, τόσο στο επίπεδο της επίσημης ονομασίας και των συμβόλων όσο και στο επίπεδο της επιθετικής αλυτρωτικής ζύμωσης και της γεωπολιτικής, και αυτό επέφερε αρκετές ήττες για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Μια πολιτική που η αφετηρία της ήταν τότε στο Συμβούλιο Αρχηγών υπό τον Κ. Καραμανλή όπου αποφάσιζε (υπό συνθήκες ευρείας λαϊκής κινητοποίησης) την στοχοθεσία της «ονομασίας χωρίς τη λέξη Μακεδονία και τα παράγωγά της» (13-4-1992) ενώ σχεδόν ταυτόχρονα το Συμβούλιο Κορυφής της ΕΟΚ στη Λισσαβόνα (27-6-1992) πρότεινε «όνομα δίχως τον όρο Μακεδονία».

Κατόπιν του περίφημου «πακέτου Πινέϊρο», που δεν περιείχε απολύτως τίποτα (δήλωση μετέπειτα του Πορτογάλου πως σκέψη ήταν το «New Macedonia»), εδώ και μια δεκαπενταετία ο Νίμιτς, του ΟΗΕ, «ασχολείται» με το σκοπιανό πρώτα ως βοηθός του Σάϋρους Βάνς και μετά ως απεσταλμένος μεσολαβητής. Η, κάτω από την αμερικανική ιμπεριαλιστική κηδεμονία, «Ενδιάμεση Συμφωνία», οδήγησε την Ελλάδα στη στρατηγική της χειμέριας νάρκης και στην απώλεια πολύτιμου χρόνου. Η εκκρεμότητα επέτρεπε τις αναγνωρίσεις του κρατιδίου ως «Μακεδονία» να διαδέχονται η μια την άλλη, με τις μισές χώρες-μέλη του ΟΗΕ να έχουν αποδεχτεί πια τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομά, ενώ η FYROM σταδιακά κλιμάκωνε ένα νέο «κονσέρτο» αδιαλλαξίας (κατάσταση που παραβλέπεται από τους ανιστόρητους εγχώριους θασιώτες του «διαλόγου») με γνώμονα την «εξυπηρέτηση των εθνικών και κρατικών συμφερόντων της» (κατά δήλωση του προέδρου Τσερβένκοφσκι). Σε αυτό το έδαφος προχώρησε ως τρανή απόδειξη «καλής θέλησης» στη μετονομασία του αεροδρομίου των Σκοπίων σε «Μέγας Αλέξανδρος» (αν και τούτο αφορά εσωτερική εφαρμογή αφού για διεθνή κατοχύρωση προϋποθέτει περιοχική συνεννόηση με Ελλάδα στον ICAO)

Τα αποτελέσματα της «δεσμευτικής άτυπης συμφωνίας» καταδείχτηκαν στις διαδοχικές προτάσεις Νίμιτς: Όπου από το «Republica Macedonya – Skopia» ως προηγούμενη πρόταση του μετά κατέληξε στη σκέτα τελική «Μακεδονία». Αυτό σε συνθήκες απόλυτης ανυποχώρητης στάσης, και απουσίας κάθε διάθεσης συμβιβασμού της FYROM που ταυτόχρονα αξιοποίησε επωφελώς τον δωρεάν «αιμοδοτικό» ρόλο της Ελλάδας σε όλους τους τομείς (χρηματοδοτική-οικονομική στήριξη, απασχόληση εργαζομένων, επιχειρηματικές επενδύσεις, εδαφικές και θαλάσσιες εξυπηρετήσεις, διεθνής στήριξη κ.α.)

Πριν ακριβώς τις βουλευτικές εκλογές της 16-9-2007, ο Καναδάς προχώρησε σε αναγνώριση της FYROM ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Η εξέλιξη αυτή είναι συνέπεια της αποτελεσματικής κινητοποίησης των πολυάριθμων και καλά οργανωμένων σκοπιανών στον Καναδά (σε αντίθεση με την απούσα ελληνική ομογένεια), της παρακολουθηματικής εξωτερικής πολιτικής του Καναδά ξοπίσω από τις ΗΠΑ και της πειραματικής διερεύνησης, δι αντιπροσώπου, από το ΝΑΤΟ, των ελληνικών κυβερνητικών μορφών αντίδρασης. Και βέβαια θα πρέπει να επισημάνει κανείς γιατί θα έπρεπε να μην φερθεί ο Καναδάς σύμφωνα προς τα δικά του συμφέροντα όταν προεκλογικά στις 13-7-2007 στο Στρασβούργο και στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι νεοδημοκράτες βουλευτές (πλιν Α. Σαμαρά) υπερψήφισαν την έκθεση προόδου του κρατιδίου για το 2006 (με την επίκληση των «θετικών διατάξεων»), όπου και του αναγνωρίζει το απόλυτο δικαίωμα να αποκαλείται «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Στη συνέχεια ερχόμαστε ως θεατές στα διαδραματιζόμενα συμβάντα της 27-9-2007 όπου ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της FYROM, Σ. Κερίμ, προεδρεύων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ , έχοντας κάνει παραγωγική «ανάγνωση» της ανοχής που πρόσφερε η διαμεσολάβηση του Νίμιτς αλλά και προσφάτως του αμερικάνου υφυπουργού εξωτερικών Μπέρνς, αθέτησε με τρόπο βροντερό και κραυγαλέο την άτυπη συμφωνία κυρίων Αθηνών-Σκοπίων προσφωνώντας εκεί στο ίδιο το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. τον Τσερβένκοφσκι ,πρόεδρο της γείτονος ως «πρόεδρο της Μακεδονίας».

Και αυτό το πρόσφατο γεγονός στη Γ.Σ. του ΟΗΕ αποκαλύπτει πως η ελληνική εξωτερική πολιτική θα έπρεπε να είχε ξεφύγει από τη καθοδήγηση της φοβικής στρατηγικής της αλαλιάς και να αποφασίσει να αντιμετωπίσει άμεσα και καθολικά το «Μακεδονικό». Ο Κ. Καραμανλής, γνωρίζοντας πως με το «διάλογο» δεν βγήκε τίποτα και πως μονάχα αν υποχρεωθεί η FYROM ίσως τότε να αποδεχόταν μια σοβαρή διαπραγμάτευση, δεσμεύτηκε δημοσίως στο προεκλογικό «ντιμπέιτ», πως δεν θα επέτρεπε (δια του «βέτο») την καθοριστικής σπουδαιότητας ,για το κρατίδιο, ένταξη στο ΝΑΤΟ (και εξυπακούεται αργότερα στην Ε.Ε.) εφόσον δεν βρεθεί μία αποδεκτή τελική ονομασία. Όμως ενώ κατά γενική εκτίμηση ήταν πιστευτό πως έτσι θα κινηθεί ο Πρωθυπουργός σε ελάχιστο χρόνο αυτοαναιρέθηκε περνώντας ξανά στην αδιευκρίνιστη πολιτική της ακροβατικής υποκρισίας, λέγοντας πως η Χώρα δεν θα αποδεχθεί την ένταξη του κρατιδίου στο ΝΑΤΟ με όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» (άρα τι; θα τη δεχθεί ως FYROM που έτσι κατά δήλωση του Τσερβένκοφσκι θα αιτηθεί την ένταξη;). Εάν η νεοδημοκρατική κυβέρνηση επιτρέψει την ένταξη μ’ αυτό το όνομα, θα έχει παραδώσει το μοναδικό αποτελεσματικό διπλωματικό όπλο που της έχει απομείνει και θα έχει διαπράξει μέγιστο εθνικό έγκλημα. Και αυτό τη στιγμή που σε τελική ανάλυση το μέλλον των Σκοπίων δεν εξαρτάται από τις αναγνωρίσεις τύπου Καναδά, αλλά από την οριστική ρύθμιση του Κοσσυφοπεδίου (όπου πιθανότερη είναι μια διχοτόμηση με το 15-20 % σερβικό και το άλλο αλβανικό), την ένταξη τους στους ευρωατλαντικούς θεσμούς (ΝΑΤΟ, Ε.Ε.) και από την πρόσβαση τους στις ζωτικές (από στεριά και θάλασσα) εξυπηρετήσεις της Ελλάδας.

Με βάση λοιπόν την πραγματικότητα της χρόνιας πρόκρισης της εγχώριας «πολιτικαντικής» της σιωπής και του κατευνασμού δηλαδή της ολοκληρωτικής απουσίας μιας συγκροτημένης εθνικής στρατηγικής και πραξεολογίας (που θα συνάρθρωνε αποτελεσματικά όλα τα μέσα: πολιτικά, στρατιωτικά, διπλωματικά και επιστημονικά) και που χαρακτηρίζει το σύνολο των ελληνικών πολιτικών φορέων, μπορεί να γίνει αντιληπτό πως λίαν συντόμως η αξιοποίηση ή μη των ανεπίστρεπτων ευκαιριών θα έχει την α ή β έκβαση αναλόγως αν τώρα θα συντελεστεί τάχιστα και εν θερμώ (ως επιλογή έσχατης ιστορικής ευθύνης) ό,τι δεν συντελέστηκε στο χθες.

Αυτό όμως προϋποθέτει την αυτόχθονη ικανότητα μάθησης, προσαρμογής, ανανέωσης και αυτοϋπέρβασης , μπροστά στο μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον και τον «μαγικό» μετασχηματισμό της Πολιτικής-Κομματκής «Τάξης» από ελληνόφωνη σε ελληνότροπη καθώς βέβαια και την χειραφέτηση από τη σχιζοειδή αυτοπαγίδευση στις δεσπόζουσες ψευδεπίγραφες και ετερόνομες ιδεοληπτικές προσλαμβάνουσες (ευρωατλαντικός οικουμενισμός / ντεφετισμός από τη μια - μυθολογικός ελληνορθόδοξος ή φυλετικός εθνικισμός από την άλλη). Προϋποθέτει τη νηφάλια παραδοχή πως ο εθνισμός δεν μπορεί να ριζώνει κυρίως σε «φυλετικούς», παρελθοντολογικούς και παραδοσιοκεντρικούς ελκυστές. Πως η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να αυτοκαταργείται με τον ψευτοειρηνιστικό , κοσμοπολίτικο και ανεθνικό νέο-σκοταδισμό αλλά ούτε επίσης μπορεί να συστοιχίζεται πίσω από τις κυβερνητικές κάθε φορά αστειότητες και τις αυταπάτες περί «διεθνούς δικαίου». Πως είναι αναγκαίο να θεμελιώνεται στα ίδια τα εθνικά –ταξικά συμφέροντα των Ελλήνων Εργαζομένων. Αυτά τα εθνικά συμφέροντα του ελληνικού λαού μεταξύ των άλλων είναι σε πρώτο επίπεδο τα «κρίσιμα» συμφέροντα αυτοσυντήρησης (εθνική εδαφική κυριαρχία, ακεραιότητα και ασφάλεια). Σε δεύτερο επίπεδο είναι τα «ζωτικά» συμφέροντα ευημερίας (διεθνές σύστημα ασφάλειας, μορφή σχέσης με υπερεθνικούς θεσμούς, ασφάλεια ομοεθνών, συμμαχίες και διπλωματικά στηρίγματα, φυσικό περιβάλλον, πλουτοπαραγωγικός – ενεργειακός -παραγωγικός-οικονομικός χώρος κ.α.) Και τέλος σε τρίτο επίπεδο είναι τα λεγόμενα «σπουδαία» συμφέροντα (υπεράσπιση και ανάπτυξη της συλλογικής και προσωπικής ψυχοπνευματικής και πολιτισμικής οντολογίας, ιδιοπροσωπείας και ελευθεριακής μας αξιοπρέπειας κ.α.) Η ελληνική εξωτερική πολιτική επίσης οφείλει να βασίζεται εντός του περιβάλλοντος των συγκεκριμένων κάθε φορά γεωπολιτικών τελεστών και να οργανώνεται πάνω στον άξονα και τη κεντρική σημασιοδότηση της Στρατιωτικοπολεμικής Αποτρεπτικής Δύναμης (πολιτικοστρατιωτική ηγεσία που να εμπνέει, ισχυρό εθνικό φρόνημα και ετοιμότητα για καθολική παλαϊκή αντίσταση, στρατιωτικό αξιόμαχο, επάρκεια- αποδοτικότητα-αυτοτέλεια πολεμικών μέσων, σταθερή εθνική γραμμή και πάγια μακροπρόθεσμη στοχοθεσία, διπλωματική ποιότητα και διαπραγματευτική αξιοπιστία, ισχυρή τεχνικο-οικονομική βάση κ.α.) Θέματα που η σημασία τους ουδόλως γίνεται αντιληπτή από τη πολιτική ολιγαρχία και όχι μόνο. Πρόσφατο πάλι παράδειγμα ο Α. Αλαβάνος με την συνθηματολογία μείωσης των στρατιωτικών δαπανών ενώ γενικότερα οι δεξιοί και οι αριστεροί οικουμενιστές επιμένουν όλα τούτα να τα απαξιώνουν και να τα υποβαθμίζουν, φορώντας παρωπίδες και μη βλέποντας πως αυτά και άλλα που συναπαρτίζουν τη γαιο-στρατηγική είναι τελικά προϋποθέσεις καθοριστικές όχι μόνο στη περίπτωση πολέμου αλλά και για ένα δίκαιο διακανονισμό και σταθερό συμβιβασμό.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

«΄Εφυγε» ο Αντρέ Γκορζ...

Ο Γάλλος φιλόσοφος Αντρέ Γκορζ, συνιδρυτής με τον Ζαν Ντανιέλ του «Νουβέλ Ομπζερβατέρ» (1964), έφυγε από την ζωή όντας σε ηλικία 84 ετών. Αυτοκτόνησε με την σύντροφο του Ντορίν, ηλικίας 83 ετών, η οποία έπασχε από ανίατη ασθένεια. Δείτε στο ιστολόγιο ΤΟ ΑΧΟΥΡΙ ΤΟΥ ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΥ μια σύντομη αναφορά στο μεγάλο στοχαστή, εδώ

Απόσυρση του βιβλίου Ιστορίας

Η εκτεταμένη σύγκρουση για το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού οδήγησε τελικά στην εγγραφή των «κατάλληλων αποτελεσμάτων» στο πεδίο της κρατικής πολιτικής. Πριν από λίγο η Κυβέρνηση, μάλλον «διαπαιδαγωγημένη» από το μήνυμα της εκλογικής αποτυχίας της κ. Μαριέττας Γιαννάκου και με την επίκληση των επιφυλάξεων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ανακοίνωσε δια του Υπουργού Παιδείας Ευριπίδη Στυλιανίδη την απόσυρση του επίμαχου βιβλίου.
Σε προηγούμενο άρθρο στο παρόν ιστολόγιο και με τίτλο Οι Εκλογές και το Ελληνικό Πρόβλημα είχε μεταξύ των άλλων επισημανθεί:
«Η διαμάχη για το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού …δεν αφορούσε μια επιστημονική σύγκρουση για την ιστορία μα μια ιδεολογικοπολιτική προσταγή για αλλαγές στην «ύλη» από φορείς, όπως το Κέντρο για την Συμφιλίωση και την Δημοκρατία στην Νότιο-Ανατολική Ευρώπη (CDRSEE-Πρόγραμμα Κοινής Ιστορίας όπως ονομάζεται και αφορά 11 χώρες όπως Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Κροατία, Κύπρο, Ελλάδα, ΠΓΔΜ, Σερβία-Μαυροβούνιο-Κοσσυφοπέδιο, Σλοβενία και Τουρκία) και όπου ενέχονται πλήθος αλλοδαπών-ατλαντικών και εγχωρίων (περίπου οι ίδιοι του μπλοκ του «ναι στο σχέδιο Ανάν») αναθεωρητικών παραγόντων.»
Και δεν ήταν μόνο αυτή η πραγματικότητα σχετικά με το βιβλίο που προκλητικά συγκαλήφθηκε από την Ανεθνική Συμπαράταξη των Ευρωατλαντιστών-Ευρωκεντριστών στην οποία συγκλίνουν η ολιγαρχία, τα καθεστωτικά κόμματα και η σοσιαλδημοκρατική αριστερά-οικολογία, με τη προσχηματική θέση πως είναι μια «επιστημονική-αντικειμενική» αφήγηση των ιστορικών γεγονότων και ένα βήμα «ανανέωσης» της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Κάθε άλλο παρά «αντικειμενικό» ήταν το βιβλίο, που εκτός τις υποκλίσεις στην κοσμοεικόνα της παγκοσμιοποίησης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του νεοταξικού δόγματος της «περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας» και της προβολής της κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας» (ως μοναδικής εκδοχής δημοκρατίας), εμφάνιζε εντελώς στρεβλά τα ζητήματα της εθνικής αντίστασης, του εμφυλίου πολέμου, της δεκαετίας του ΄60 και του κυπριακού. Η διαγραφή του κοινωνικού-ταξικού ανταγωνισμού καταδείχνεται επίσης ολοφάνερα στον «αταξικό» τρόπο παρουσίασης της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, στην απόκρυψη της Σοβιετικής Επανάστασης και γενικότερα στην αγνόηση των ιστορικών αντισυστημικών αγώνων των εκμεταλλευομένων και καταπιεσμένων.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007

Ματιές στην σημερινή επικαιρότητα

Στη σημερινή κυριακάτικη επικαιρότητα, μεταξύ των άλλων, παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον 3 στοιχεία ως προς την διαμόρφωση των συμβεβηκότων της πολιτικής σκηνής.

1-Η συνέντευξη του Α.Αλαβάνου στο σημερινό «Βήμα» όπου στα πλαίσια του «στόχου της μεγάλης αριστεράς» έδειξε βασικό ενδιαφέρον για τις διαδραματιζόμενες εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ.

2-Η δημοσιευμένη στην «Κ.ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» έρευνα της VPRC κατά την οποία αποτυπώνεται σε μαζικό επίπεδο πως «Το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση πολιτικής ταυτότητας» και «οι ψηφοφόροι του κατά 75% θεωρούν πως η νέα ηγεσία του πρέπει να στραφεί προς τα αριστερά».

3-Τα δεδομένα αυτά έκαναν τον Ε.Βενιζέλο να τα αναγνώσει αυτόματα και να τα ενσωματώσει στη προβολή της «ηγετικής δημόσιας εικόνας» του. Έτσι στη σημερινή του συνέντευξη στο «Βήμα» έδειξε πως βλέπει το «μήνυμα» με τη θέση ότι «είμαι αυτός που έχει διαμορφώσει την πιο καθαρή εκδοχή της κεντροαριστερής ταυτότητας του ΠΑΣΟΚ» και «πολλά πράγματα εξαρτώνται από το πώς θα διαμορφωθούν οι σχέσεις του ΠαΣΟΚ με τα κόμματα της άλλης Αριστεράς»

Είναι σαφές πως οι μετεκλογικές εξελίξεις και η τροπή των πολιτικών πραγμάτων της χώρας, σε ότι αφορά τα συστημικά κόμματα, εστιάζονται:

α) Στην αλληλενέργεια που θα έχει η μάχη ηγεσίας και ο επαναπροσανατολισμός συνεργασιών του ΠΑΣΟΚ αλλά και το πως θα πολιτευθεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

β) Εάν στο ΠΑΣΟΚ θα σταθεροποιηθεί ή θα ξεπεραστεί η εσωτερική του αδυναμία και η στελεχιακή του αναποτελεσματικότητα στο τρόπο «διαχείρισης της κρίσης» του. Άλλως αυτό θα τροφοδοτήσει με μπόλικη «εύφλεκτη ύλη» τη γενικότερη κρίση του πολιτικού-κομματικού συστήματος.

γ) Ανάλογα το πως θα εξισορροπήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, ανάμεσα στις απαιτήσεις της αντιδεξιάς και αντιΠΑΣΟΚ κινηματικής πλευράς του και στην δεσπόζουσα σοσιαλδημοκρατική μερίδα του εκείνη που έχοντας απώτατες βλέψεις «αριστερής κυβερνητικής συνεργασίας» αναγνώνει την επόμενη πολιτική φάση ως ευκαιρία ανοίγματος στις «σοσιαλιστικές συνιστώσες της κοινωνίας» και τον οικολογικό χώρο για τη σύσταση της «μεγάλης αριστεράς», κατά το γερμανικό παράδειγμα της ένωσης PDS και WASG στις 16-6-2007 ως «DIE LINKE»

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2007

Το ΠΑΣΟΚ σε «COMA»



Μετάλλαξη και κρίση

Η οδυνηρή για το ΠΑΣΟΚ εκλογική συντριβή του την προηγούμενη Κυριακή και η ίδια η μορφή που εξελίσσεται η σύγκρουση «κορυφών» για τη διαδοχή, έκανε πολλούς σχολιαστές να μιλήσουν πως αυτό εισήλθε τώρα σε μια φάση βαθύτατης κρίσης (ιδεολογικής, πολιτικής, οργανωτικής, προσώπων κ.α.). Αυτό όμως μόνο εν μέρει είναι σωστό καθώς το ΠΑΣΟΚ ηγεμόνευε στο πολιτικό σκηνικό και το δημόσιο βίο της Ελλάδας επί δεκαετίες ως «κόμμα-κρίση», διαρκώς μεταλλασσόμενο. Μπορεί να ειπωθεί ότι η «κρίση» ήταν διαρκής στο κόμμα αυτό, που όμως εκτρεφόταν παράλληλα προς την ιστορική δυναμική του ενώ δεν παρήγαγε μεγάλους και εκτεταμένους κλυδωνισμούς (λόγω και της αδιαμφισβήτητης «χαρισματικής» ισχύος του Ανδρέα Παπανδρέου) κατά τις φάσεις μετάλλαξης από τη προηγούμενη στην επόμενη πολιτική του φυσιογνωμία. Έτσι από «απελευθερωτικό» (εθνικά και κοινωνικά) Κίνημα «των μη προνομιούχων», της «3ης Σεπτέμβρη» και της «εθνικής λαϊκής ενότητας» κατά τη δεκαετία του ΄70 μεταβάλλεται σε κυβερνητικό «ρεαλιστικό» νεοαστικό κόμμα στη αρχή της δεκαετίας του ’80 και στη συνέχεια μετουσιώνεται στο σημιτικό εκσυγχρονιστικό και ευρωατλαντικό κυβερνητικό κόμμα της ολιγαρχίας. Ταυτόχρονα η διαδοχική μετάβαση κάθε φορά στο καθεστώς της επόμενης κομματικής ηγεσίας (από τον Α.Παπανδρέου, στο Κ. Σημίτη και απ΄ αυτόν στο Γ. Παπανδρέου) διαδραματιζόταν «ομαλά» και σχεδόν «αναίμακτα» ενόσω πάντοτε μετοχεύονταν και επενδύονταν οι προσδοκίες των οικονομικών και εκδοτικών, αποκαλουμένων «εξωθεσμικών», συμφερόντων.
Η παραπάνω πορεία του ΠΑΣΟΚ ρίζωσε πάνω στις συνθήκες της νέας ένταξης της χώρας στο παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό καταμερισμό εργασίας, στη διεθνοποιημένη αγοραία οικονομία (ΕΟΚ) όπου η ευρωπαϊκή και πλανητική πολιτική αποκτά μέγιστη πυκνότητα και καθορίζει προχωρημένες θεσμικές μεταβολές. Η εκπόνηση μιας σειράς δεσμευτικών υπερεθνικών συνθηκών (π.χ Πράξη Ενιαίας Αγοράς, Μάαστριχτ, Αμστερνταμ κ.α.) σπονδήλωνε πια το κανονιστικό-ρυθμιστικό πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Η διαδρομή τούτη ήταν επίσης το «ετεροχρονισμένο» παρακολούθημα του ιστορικού μετασχηματισμού της δυτικής Σοσιαλδημοκρατίας η οποία, με αφετηρία τα μέσα του ΄70 και με κορύφωση τη πτώση του «Κρατικού Σοσιαλισμού», εγκολπώθηκε τη λατρεία της σοσιαλφιλελεύθερης κοσμοεικόνας και εγκαταστάθηκε στο έδαφος της «τριτοδρομικής» νέας Δεξιάς.
Στη τωρινή μετεκλογική «συγκεκριμένη στιγμή» το κλίμα της εμφυλιοπολεμικής διαμάχης για την ηγεσία και του εσωτερικού και μαζικού διχασμού ίπταται απειλητικά και ρίχνει βαριά τη σκιά του πάνω στο ΠΑΣΟΚ. Η εσωκομματική αναμέτρηση έχει ως επίδικο ένα ορατό «αντικείμενο του πόθου», και αυτό δεν είναι άλλο από το ποιος τελικά θα είναι ο «άρχων του δακτυλιδιού», της κομματικής (και ποιος ξέρει, αργότερα ξανά της κυβερνητικής) εξουσίας. «Δακτυλίδι» που, σχεδόν επί μια τετραετία, και "κληρονομικώ δικαίω", το φορά ο «διάδοχος-πρίγκιπας». Και που τώρα εφορμά να το προσεταιριστεί δυναμικά ο φέρελπις «εκπρόσωπος της κοινωνίας» και της «επι-κοινωνίας», o «Μπένι».
Το τερέν της αναμέτρησης είναι ο κομματικός και κοινωνικός χώρος του ΠΑΣΟΚ. Ενός ΠΑΣΟΚ που ως μόρφωμα κομματικό και κυβερνητικό επί μια εικοσαετία ακολούθησε τα αχνάρια της νεοδεξιάς σοσιαλδημοκρατίας και αποτέλεσε το κυβερνητικό διαχειριστή αντιπρόσωπο των «ταξικών οραμάτων» των νέων προνομιούχων, σε συμμαχία με τα προσεταιρισμένα στρώματα του νεοελληνικού κοινωνικού καταναλωτικού παρασιτισμού.

Κοινή κοσμοεικόνα διαφορετικές τακτικές

Η ιδιοπροσωπεία και τα ηγετικά χαρακτηριστικά μεταξύ των δυο «μνηστήρων» της προστακτικής, αποπλανητικής και εκμαυλιστικής «ευνής» μπορεί στην ονομαστική τους ανάγνωση να διαφέρουν όμως οι πεποιθήσεις, το «κοσμοείδωλο» που και οι δυο λατρεύουν είναι παρόμοιο. Πίσω από τις αξιώσεις δύναμης λαθροβιεί ένα ταυτόσημο κρυφό νοηματικό σχεδιάγραμμα. Η ορθωμένη στον ιδεολογικοπολιτικό τους λόγο καμουφλαρισμένη δεοντολογία και η ριζωμένη μέσα στη βιοψυχική τους ταυτότητα κεκρυμμένη και αληθινή «οντολογία», κεντούν από κοινού τη σταυροβελονιά του αυτού καμβά. Όμως εδώ οι επιδιώξεις ισχύος υπηρετούνται με διαφορετικές τακτικές.
Η τακτική του «Μπένι» εκπορεύεται από την επικαθοριστική εκτίμηση πως η ειμαρμένη της ιστορίας και η «δεκτικότητα της κοινωνίας» του απέστειλε την μεγάλη πρόσκληση. Η αναμονή των εσωκομματικών καταστατικών διαδικασιών διαδοχής ή «ένα παλατιανό πραξικόπημα» θα ήταν ασύμφορα και αντιπαραγωγικά, οπότε μοναδική επιλογή του ήταν να βαδίσει την οδό του «τηλεβόα-φορέα» του αιτήματος της κοινωνίας γενικά, των παραγωγικών τάξεων ειδικά και του ευρύτερου κόσμου του «όλου ΠΑΣΟΚ» ειδικότερα για μια «νέα ελπίδα» και ένα νέο «ελπιδοφόρο» ηγεμόνα, ικανό να αναστήσει εξ αρχής και με σχέδια μεγαλεπήβολα, τις ταξιαρχίες της νίκης για το μέλλον. Οι συνθήκες ευοίωνες αφού αντιπαρατίθεται προς ένα αρχηγό υπό κατάρρευση, κάτω από το ασήκωτο βάρος της καθολικής κατακραυγής για τη μεγάλη ήττα και που είναι «λίγος» καθώς είπε και ο Κ. Μητσοτάκης.
Ως μέθοδος προκρίθηκε εξ αρχής η, εκ του Ζαππείου, οργάνωση της επιδεικτικής και καταιγιστικής εφόρμησης με στόχο την κατάληψη των «ανακτόρων» της Χ. Τρικούπη. (παραλλαγή αργότερα αφού ο «Πρίγκιπας» δεν παραιτήθηκε η διεκδίκηση διαδικασιών προεδρικής εκλογής εξπρές). Κατανοούσε πως η «πράσινη» λαϊκή κοινωνική και κομματική βάση είναι «πληγωμένη» και διέπεται από την αβάστακτη επενέργεια μιας βαθιάς μαζικής ψυχολογικής και ιδεολογικοπολιτικής απογοήτευσης. Απογοήτευσης που θα μπορούσε κατάλληλα να χειραγωγηθεί, να διοχετευθεί και να αξιοποιηθεί μέσα στον ανταγωνιστικό μηχανισμό και στη πολλαπλασιαστική λειτουργία της γενικευμένης «μιμητικής κρίσης» των οπαδών και των μελών που τώρα ήθελαν «βορά» ένα εξιλαστήριο και αποδιοπομπαίο θύμα, την αποκαθήλωση και περιφορά του «αποτυχημένου» και «υπαίτιου» Προέδρου Ούτε λόγος για την όποια κυβερνητική «πράσινη εικοσαετία» που για καιρό ακόμα θα στοιχειώνει το κοινωνικοπολιτικό παρόν της Χώρας. Καμιά νύξη πως για τη «τραγωδία» φταίει και η «αποκαθηλωμένη» ανύπαρκτη πολιτική ενός κόμματος φθαρμένου με στελέχη και πρόσωπα αναξιόπιστα. Ο «Πρίγκιπας» είναι «Αυτός» που όφειλε να πληρώσει να φορτωθεί όλα τα κρίματα της αποτυχίας. Να που ο «ουρανόσταλτος Αγγελίαρχος της Δικαιοσύνης» επελαύνει ως σωτήρας-λυτρωτής. Ο «Μπένι» ερχόταν να ξεθυμάνει το θυμό, να ξαναδώσει το κουράγιο, να προσφέρει τη πολυποθουμενη μεταρσίωση και καταλαγή. Ερχόταν ως ο προπομπός της επανόδου των προνομιούχων πια «μη προνομιούχων» στα προνόμια μιας τρίτης πράσινης διακυβερνητικής εποχής. Αργότερα ίσως και για να διασκεδάσει τη κριτική της αμετροέπειας, της έλλειψης σεμνότητας (και σαν επίδειξη μεγαλοθυμίας) πρότεινε (ως βέβαιος νέος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ), στον «Πρίγκιπα» ένα άλλο ρόλο «διακεκριμένο», «ενεργό» και «κορυφαίο», με λίγα λόγια του «επίτιμου». .
Τα φίλια τμήματα του οικονομικού και επιχειρηματικού κατεστημένου έδιναν ανοικτά, εκβιαστικά και με πομπώδη τρόπο την «ευχή» τους και τα ΜΜΕ σα τους, ανέπτυσσαν τη υποσκαπτικη στον Παπανδρέου προπαγάνδα. Με τη σειρά τους οι Εταιρίες Δημοσκόπησης πρόσφεραν στον Βενιζέλο την αποζητούμενη σαρωτική παράσταση νίκης που αχρήστευε σχεδόν κάθε σκέψη για εσωκομματικές εκλογές. Οι πρώτες δημοσκοπήσεις για την κούρσα διαδοχής στο ΠΑΣΟK ήταν «αποκαλυπτικές». Η ALCO (για το ΑLTER) έδινε για τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ (καταλληλότερος αρχηγός), στον Βενιζέλο το 53,1% έναντι 23,5% στον Παπανδρέου, Η GPO (για το MEGA), έδινε στο Βενιζέλο 62,1% και 25,7% στον Παπανδρέου.
Ο Βενιζέλος διαθέτει πολλά όπλα στη φαρέτρα του. Το προτέρημα των νομικοπολιτικών σπουδών, τη ρητορική του δεινότητα , την απαντητική του αμεσότητα και ευστοχία, την ευστροφία της σκέψης, τη «νεολαϊκιστική», επικοινωνιακή του δυνατότητα, τον άνετο, οικείο και αποτελεσματικό τρόπο παρουσίας του στη σφαίρα των ΜΜΕ.
Ταυτόχρονα και έπειτα από την έμμεση στήριξη που έλαβε και την αναγόρευση του Σημίτη σε κεντρικό εγγυητή των διαδικασιών και της ενότητας του ΠΑΣΟΚ άρχισαν να συντάσσονται πλάι του όλα τα «τάγματα» της «καινούργιας προοπτικής». «Τάγματα» από τον πολιτικά απαξιωμένο χώρο του σημιτικού εκσυγχρονισμού, τάγματα πανεπιστημιακών καθηγητάδων, «τάγματα» από αυτοδιοικητικούς παράγοντες κ.α. Στοιχήθηκαν δίπλα από τον εκλεκτό υποψήφιο ηγεμόνα ο οποίος δήλωνε το 2006, πως «Το ΠΑΣΟΚ δεν κληρονομείται» και το Μάιο 2007 «έχω το προνόμιο να προέρχομαι από την κοινωνία και όχι από τους κομματικούς μηχανισμούς»
Η τακτική του Παπανδρέου καθορίστηκε από την άρνηση να παραδώσει το «κλειδί» και την συνείδηση της απειλής πως τα «μεγάλα αφεντικά» επιζητούν τη κατακρήμνιση του εγγράφοντας τις προσδοκίες τους σε «νέο άρχοντα».
Η «στρατηγική άμυνας» αρθρώθηκε με τη προσπάθεια καθυστέρησης της πορείας εκλογής και δια μέσου της κομματικής οργανωτικής λειτουργίας τη διακήρυξη της προτεραιότητας του συντεταγμένου πολιτικού διάλογου για τα αιτία της ήττας και το τρόπο πολιτικής υπέρβασης της παρούσας κατάστασης. Η πρώτη στόχευση είναι να κερδίσει χρόνο ώστε να αποσβεσθεί η επιθετική επέλαση των συσχετισμών του Βενιζέλου και να καταλαγιάσει ο πολιτικός, μετεκλογικός και ψυχοσυναισθηματικός κουρνιαχτός.
Σα αυτή τη γραμμή διακήρυξε πως το αποτέλεσμα ήταν δυσμενές για το ΠΑΣΟΚ που βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή, πως ευθύνες και ρόλους έχουν όλοι και πρώτος απ' όλους εκείνος. Δεν ανέλυσε τα αίτια της ήττας αλλά επεσήμανε πως αίσθηση για τους πολίτες είναι ότι η κρίση έχει ρίζες βαθιές και το ΠΑΣΟΚ έχει ευθύνη για την κατάσταση στην οποία είναι η χώρα (νύξη για τη περίοδο πασοκικής διακυβέρνησης). Αμφισβήτησε το ρόλο Σημίτη ως μεσεγγυητή (εγγυητής ο πρόεδρος, τα όργανα και οι καταστατικές διαδικασίες). Πρόβαλε το καθήκον της διαφύλαξης της αυτονομίας του ΠΑΣΟΚ από την επιχείρηση χειραγώγησης του και γενικότερα της πολιτικής ζωής από «κέντρα εξωθεσμικά».

Ο «τρίτος κατεργάρης»

Στη σύγκρουση παρεμβλήθηκαν στη συνέχεια οι πραγματικοί ανταγωνιστές του Βενιζέλου οι οποίοι έστησαν τα «οδοφράγματα» και τα «χαρακώματα» τους για να παίξουν το «πόλεμο». Μια πτέρυγα «ιστορικών» αξιωματούχων που θέλουν να εμποδίσουν την εν λευκώ παράδοση του «κάστρου» στον «επερχόμενο απελευθερωτή» και στο «νεόκοπο στράτευμα» του. Η επιλογή συστέγασης αυτού του «κύκλου» στελεχών μέσ’ τού «Πρίγκιπα» το «Κάστρο» τεκμηριώνεται με το πρόταγμα της ίδιας της περιφρούρησης των «κεκτημένων» τους ως κεκτημένων του ιστορικού ΠΑΣΟΚ, των κομματικών και θεσμικών του διαδικασιών προβάλλοντας την κοινή υποχρέωση για συντεταγμένη αντιμετώπιση του όλου Προβλήματος.
Ο ρόλος τους υπερκαθορίζεται από το διακύβευμα και τις σκοπιμότητες της κομματικής και πολιτικής επιβίωσης. Εκτιμούν πως ίσως να παραμεριστούν εντελώς από το θεσμικό και πολιτικοκομματικό «εκτόπισμα» του Βενιζέλου και τις όποιες επιλογές του. Ειδικά που τώρα βρίσκονται υπό συνθήκες δυσμενέστερες καθώς αρκετοί από αυτούς δεν κατάφεραν να επανεκλεγούν ως βουλευτές. Η αμυντική αντίδραση αυτού του «τρίτου πόλου», της μερίδας του κομματικού και συνδικαλιστικού «απαράτ» επιδιώκει την ενεργοποίηση των ανακλαστικών της βάσης του ΠΑΣΟΚ με το σύνθημα πως τα εξωκομματικά κέντρα και συμφέροντα επιδιώκουν τη πατρωνία του Κινήματος. Επιβουλή που, εδώ και τώρα, θέλει να τα σαρώσει όλα (ιστορία, πρόσωπα, θέσεις, ρόλους), να καταλάβει με τη κατά μέτωπο επίθεση τα πάντα, και να επανασυστήσει, με «λευκή επιταγή» και εντελώς αδέσμευτα, μια ελεγχόμενη καινούργια «πράσινη κυβερνητική προοπτική». Η ανακλαστική αντίδραση εκδηλώθηκε με διάφορες παραλλαγές: Την επιθετική δήλωση Τζουμάκα («δεξιοί εγκάθετοι, του παρασιτικού κεφαλαίου, με εκφραστή το Βενιζέλο») αλλά και τη «συνθετική» παρέμβαση Λαλιώτη («Πρόεδρος και όργανα εγγυητές» - έκκληση ενότητας).

Αύριο τι;

Ο εσωκομματικός ανταγωνισμός και η αδυναμία για μια κοινή συνισταμένη συμβιβασμού, ο λικβινταρισμός της αυτοκαθήλωσης σε μια εσωκομματική πάλη χωρίς αρχές, ιδέες και προτάσεις εξόδου από το τούνελ, ο κίνδυνος να μην πειθαρχηθεί θεσμικά, λειτουργικά και διαδικαστικά η κρίση ηγεσίας όλα αυτά μπορεί να επενεργήσουν καταλυτικά και η εσωκομματική αντίθεση να πάρει ανοικτή ανταγωνιστική μορφή. Τότε θα καραδοκεί ως ένα από τα πολλά ενδεχόμενα ακόμα και μια διάσπαση.
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε μια παροξυμένη κρίση (ηθική κρίση, κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, κρίση ηγεσίας και σε «κρίση διαχείρισης» της ίδιας του της κρίσης). Αυτό δίνει έδαφος στη μεν ΝΔ να επωφεληθεί κερδίζοντας άνετα πίστωση χρόνου στη δεύτερη κυβερνητική θητεία της και στην καθεστωτική αριστερά να είναι τώρα αυτή που θα προσβλέπει σε πολιτικές διεμβολισμου και άλωσης μέρους του ΠΑΣΟΚ.

-

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2007

Έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα του Ζαππείου

Πριν από λίγο στο ιστολόγιο http://theamapati.wordpress.com/
συνάντησα ένα ωραιότατο αναρτημένο κείμενο με τίτλο
"Έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα του Ζαππείου"
το οποίο και το παραθέτω εδώ.
Η σύγκρουση "κορυφών" για την νομή
του σοσιαλφιλελεύθερου, αστικού ΠΑΣΟΚ,
εξελίσσεται ραγδαία και για λόγους
"επιβίωσης-επαναδιαπραγμάτευσης", μερίδας
του ιστορικού "απαράτ", και αυτή λαμβάνει τη μορφή
μιας ανοιχτής, ανταγωνιστικής, εσωκομματικής αντίθεσης
(π.χ. δήλωση Τζουμάκα)

Με την ευκαιρία ας θυμηθούμε...

Στη Μεσόγειο Θάλασσα
όπου γεννήθηκε η κουλτούρα μας
έγιναν ελεύθερες εκλογές
ανάμεσα στη Σκύλλα
και τη Χάρυβδη

Ψιθυριζόταν βέβαια πως οι δυο τους
είχαν συμμαχήσει κρυφά μεταξύ τους
αλλ' ωστόσο οι περισσότεροι
ψήφισαν τη μια
ή την άλλη

Περιέργως
κανένας τους δεν έμεινε
ζωντανός
εκτός απ' τον Οδυσσέα
Αυτός δεν αναγνώρισε τις εκλογές

(Erich Fried-Κλασσική Ελευθερία Αποφάσεων)

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007

Εκλογική ήττα του ΠΑΣΟΚ νίκη της Αριστεράς

Σχολιάζοντας κατ’ αρχήν τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα των χθεσινών ελληνικών βουλευτικών εκλογών μπορεί να γίνει η επισήμανση πως αυτές αποτύπωσαν την καταγραφή του διαμορφωμένου συσχετισμού των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων στη τρέχουσα πολιτική συγκυρία. Από τα μέχρις στιγμής αποτελέσματα Επικρατείας (Δευτέρα 17-9-2007 και ώρα 01:00) φανερώνεται μία εικόνα από την οποία διαφαίνεται :

1-Η αναπαραγωγή της κυριαρχίας του δικομματισμού (έστω ελλειμματικού) υπό τους νέους όρους ενός πενταπολικού κοινοβουλευτικού σκηνικού.

2-Η εξασφάλιση της νέας κυβερνητικής αυτοδυναμίας από την Ν.Δ. και η μεγάλη εκλογική καθίζηση του ΠΑΣΟΚ (ενδεχομένως κάτω του 38%) που καταγράφει ποσοστά σημαντικά χαμηλότερα των βουλευτικών εκλογών του 2004.

3.- Αποτυχία της Ν.Δ. (ειδικά του Κ. Καραμανλή και του επιτελείου του) να εμποδίσει την είσοδο του ΛΑΟΣ στη Βουλή, το οποίο κατορθώνει να διαψεύσει, πρώτη φορά για το χώρο της μεταπολιτευτικής Δεξιάς, την Αβερωφική ρήση «όποιος φεύγει απ’ το μαντρί τον τρώει ο λύκος».

4-Η μεγάλη άνοδος του ΚΚΕ που όπως διαφαίνεται το πιθανότερο να ξεπεράσει το 8% και η σημαντική εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ (κοντά στο 5%) που έτσι εισπράττουν ένα σημαντικό μέρους της λαϊκής δυσαρέσκειας. Εξέλιξη που, προστιθεμένων των ποσοστών των μικρότερων Αριστερών σχημάτων αλλά και του ΛΕΥΚΟΥ, καταγράφει μια μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού προς τα αριστερά και που βεβαίως το νέο πρόβλημα που τίθεται πια με εντατικό τρόπο στις ηγεσίες ΚΚΕ και ΣΥΝ είναι ο τρόπος που θα διαχειριστούν αυτή τη νέα φάση.

Τα αποτελέσματα δεν ήταν έκπληξη. Για υπενθύμιση ας επαναληφθεί το ακροτελεύτιο σημείο του προηγούμενου άρθρου Οι Εκλογές και το Ελληνικό Πρόβλημα (12-9-2007) στο παρόν ιστολόγιο:
«Η χώρα έχει εκλογές εν μέσω της επενέργειας μιας φοβερής εθνικής οικολογικής καταστροφής και με φαινομενικό ρυθμιστή το «κόμμα της δυσαρέσκειας». Το σκάνδαλο των δομημένων ομολόγων «έκαψε» την ηθική εικόνα της νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης και οι πυρκαγιές «έκαψαν» τη διαχειριστική της δυνατότητα. Καθώς φαίνεται από τα αποτελέσματα θα προκύψει ένα πενταπολικό κοινοβουλευτικό σκηνικό με κυρίαρχο (έστω και τσουρουφλισμένο) τον δικομματισμό ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, αναβάλλοντας για άλλη μια φορά «το τέλος της μεταπολίτευσης». Η πιθανότητα για εκ νέου αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ είναι ισχυρή (με απόσταση τουλάχιστον 3 μονάδων από το δεύτερο ΠΑΣΟΚ και με πλειοψηφία 155-156 βουλευτών) πράγμα που θα διανοίξει τελεσίδικα την οδό της διαδοχής και των εντονότατων συγκρούσεων στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, του οποίου η ευρωατλαντική και σοσιαλφιλελεύθερη αγκύλωση δεν αρκεί για να συγκαλυφθεί η βαθιά κρίση ταυτότητας που το χαρακτηρίζει. Οι εξελίξεις αυτές στο γενικό πολιτικό σκηνικό αντιστοιχούνται με τα ειδικότερα νέα δεδομένα στο σκηνικό της συσχέτισης και της εξισορρόπησης των δυνάμεων της αριστεράς, όπου ΚΚΕ και ΣΥΝ έρχονται ξανά αντιμέτωποι σε μια νέα μάχη για την εσωτερική ηγεμονία.»

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2007

Οι Εκλογές και το Ελληνικό Πρόβλημα



Οι απορίες και οι απόψεις που σημειώνονται δεν μπορεί παρά να κινούνται σε μια σχετική σφαίρα εννοιολογικά αφαιρετική, περιπτωσιολογικά επιλεκτική και περιγραφικά περιοριστική. Οι επισημάνσεις λοιπόν θα είναι «εισαγωγικές» με την έννοια ότι δεν είναι τελεσίδικες αλλά είναι «καταρχήν» εκτιμήσεις που κατατίθενται με την επίγνωση της οριακότητας και της μερικότητάς τους.

Η Μαζική Ολιγαρχική Δειμοκρατία

Ιστορικά το ελληνικό κράτος ως μηχανισμός και ως λειτουργία κατασκευάστηκε εκτρωματικά με τη διασύνδεση των ανεπτυγμένων αστικών πολιτικών θεσμών της Εσπερίας, όπως ο κοινοβουλευτισμός, τα πολιτικά κόμματα και η καθολική ψηφοφορία, και μιας τοπικής κοινωνίας χαρακτηριζόμενης από «προαστικές» πατερναλιστικές σχέσεις, νοοτροπίες, ήθη και συμπεριφορές (Π.Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού - Θεμέλιο 1991).
Η όποια κοινωνική κινητικότητα εκπληρωνόταν κυρίως μέσω των κρατικών διαδικασιών. Κατασκευάστηκε για τα λαϊκά στρώματα ο δρόμος εγκατάλειψης της υπαίθρου και συγκέντρωσης τους στις πόλεις και ειδικά στην πρωτεύουσα ενώ στοιχειοθετήθηκαν οι προσδοκίες και οι συνθήκες κοινωνικής και πολιτικής αναρρίχησης. Η υπερανάπτυξη-υπερδιόγκωση των κρατικών μηχανισμών ως συνέπεια του πελατειακού κομματικού συστήματος, η διαμόρφωση και ενίσχυση του διευθυντικού ρόλου του κράτους καθώς και η μετατροπή της Αθήνας σε μια «Μητρόπολη του Νότου» βάδιζαν σε αλληλενέργεια και πλάι-πλάι.
Στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας ουδέποτε παρατηρήθηκαν καθοριστικές, άμεσες και αναδραστικές αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των τάξεων και των κομμάτων. Τα ελληνικά κόμματα ήταν κρατικιστικά και ταυτόχρονα λαϊκιστικά πάντοτε και με τρόπο ιδιότυπο. Ήταν η ίδια η φύση της κοινωνικής ταξικής διαστρωμάτωσης, ο τρόπος συγκρότησης τους καθώς και η ανάγκη αυτοαναπαραγωγής τους που τα εξανάγκαζε σε μια πρακτική μόνιμης εξυπηρέτησης προσώπων, ομάδων και κοινωνικών μερίδων δια του κράτους και αυτό δεν επέτρεπε την άσκηση «μονοσθενούς» και συνεπούς ταξικής εκπροσώπησης και πολιτικής. Στα πλαίσια της ανεπτυγμένης αυτοδυναμίας του πολιτικού και κομματικού παιγνιδιού και με «τελεστές» τα πολύπλοκα πελατειακά δίκτυα Πολιτικών και Εκλογέων, οι ψηφοφόροι ανταλλάσσουν τη παροχή μιας ψηφοβόρας κομματικής στήριξης έναντι μιας προσδοκώμενης κομματικής πατρωνίας-προστασίας. Οι ομάδες της Πολιτικής Ολιγαρχίας για χρόνια εκποιούν το κράτος. Οι ρουσφετολογικοί διορισμοί, οι ρουσφετολογικές εισοδηματικές, οικονομικές, οικιστικές κ.α. εξυπηρετήσεις είναι το τίμημα που δίνουν ώστε να μπορούν να ελέγχουν και να νέμονται το κράτος και τη γενική κοινωνικοπολιτική διαχείριση ενώ οι όποιες κομματικές ιδεολογικοπολιτικές τους αντιθέσεις είναι σε τελική ανάλυση δευτερεύουσας τάξης ή ακόμα και προσχηματικές.
Είναι γεγονός πως τούτη η νεοελληνική κρατικοπολιτική νεοπλασία δεν παράχθηκε από την λεγόμενη «ντόπια αστική τάξη». Η χαρακτηριστική «μεταπρατική επιχειρηματικότητα», η ολόπλευρη εξάρτηση της χώρας, η δυσμορφία, ο υδροκεφαλισμός ή ασύδοτη σπατάλη και η διαφθορά του κράτους ήταν καθοριστικά εμπόδια που δεν άφησαν χώρο ανάπτυξης «αστικής τάξης» με χαρακτηριστικά γνωρίσματα αντίστοιχα της δυτικής. Για τούτο και εμφάνιζε σταθερά μια δομική αδυναμία να οργανωθεί ομοιογενώς και να κατακτήσει την Ηγεμονία με την σημασία της πνευματικής, ηθικής και κοινωνικοπολιτικής διακυβέρνησης και μεταρρύθμισης καθώς και της δημιουργίας ενός αυτόφωτου εθνικού πολιτισμού.
Ως αποτέλεσμα της σταθερής «αστικής» καχεξίας υφίσταται διαρκώς μια έρπουσα ή ανοικτή ένταση μεταξύ του «εθνικού» και του «κρατικού» στοιχείου μέσα στο ελληνικό εθνοκράτος. Το εθνικό αξιολόγιο ( οργανικός άξονας της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας) μεταφράστηκε στην «καθ’ ημάς ανατολή» κάτω από ένα πατριαρχικό-προκαπιταλιστικό πρίσμα που μ’ αυτό υποβοηθήθηκε η υπαγωγή και η καθυπόταξη του όποιου εμβρυακού αστικού εθνικισμού μέσα στη χοάνη ενός «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού». Μέσα της η Εκκλησία ιδιοποιείται το έθνος και το «έθνος» την εκκλησία. Στα πλαίσια αυτά το ελληνικό έθνος κατανοείται βάσει μιας υπεριστορικής αφήγησης όπου αυτή υπερπροσδιορίζεται από αντικειμενικούς παράγοντες, όπως οι εξάρσεις του εθνικού αγώνα αλλά και πρωτίστως από γιγάντιους «μυθολογικούς» ελκυστές (αρχαία Ελλάδα, Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία / Βυζάντιο, «μεγάλη ιδέα» κ.α.) Από την άλλη οι τρεις συνιστώσες του ελληνικού αριστερού κινήματος (σοσιαλιστική-κομμουνιστική-αναρχική) στόχευαν στη κοινωνική εξουσία με την υιοθέτηση ιδεοληψιών που εμφιλοχώρησαν στην διεθνιστική κοσμοθεώρηση. Αυτό στάθηκε απαγορευτικό στο να κατορθώσουν να κατακτήσουν μια ευρύτερη επιρροή. Κατ’ εξαίρεση αυτό έγινε εφικτό όταν επεξεργάστηκαν, οργανώθηκαν και πρόβαλαν τη γενική πολιτική γραμμή του εθνικοαπελευθερωτικού και εθνικολαϊκού προτάγματος (όπως άμεσα ΚΚΕ-ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στη Κατοχή και έμμεσα ΠΑΣΟΚ το ΄74)
Μετά την κατοχή- εμφύλιο η χώρα εισέρχεται ραγδαία στη μετάβαση από ένα ιστορικό κοινωνικό σύστημα με φεουδαλική / πατριαρχική δεσπόζουσα προς το νέο νόθο «αστικό» σύστημα της Μαζικής Ολιγαρχικής Δειμοκρατίας. Εδώ προβάλει το ειδικό καθεστώς του κράτους του «μεγάλου φόβου», του ούλτρα-αυταρχισμού των νικητών του εμφυλίου, αλλά και της αυξανόμενης κοινωνικοπολιτικής κινητικότητας με τη συνδρομή των ατραπών της μετανάστευσης-αστυφιλίας, της σταδιακά μαζικής εκπαίδευσης και της διευρυμένης αναπαραγωγής των πελατειακών ηθών και σχέσεων.
Ανάλογα η μεταπολιτευτική επέκταση των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του κομματικού πλουραλισμού δεν αντιμετώπισε τις εμπλοκές ούτε έλυσε κανένα από τα δομικά προβλήματα του συστήματος. Απεναντίας αξιοποιήθηκε με διάφορες μορφές από πρόσωπα και ομάδες για να τζογάρουν στη νέα πελατειακή συναλλαγή κομμάτων και «μη προνομιούχων» εκλογέων που μεταξύ των άλλων επέφερε τη μεγάλη άνοδο ενός πολυάριθμου στρώματος Νεόπλουτων. Αυτή υποβοηθήθηκε από την νέα μεγάλη ένταξη της Ελλάδας στο διεθνή ιμπεριαλιστικό καταμερισμό εργασίας (ΕΟΚ) και την ολοκληρωτική πια αποσύνθεση των τελευταίων στοιχείων της πατριαρχικής κοινωνικής διάρθρωσης. Στη περίοδο αυτή εμπεδώνονται οι συνθήκες του μιμητικού και «εδώ και τώρα» παρασιτικού καταναλωτισμού, της επιδεικτικής καλοπέρασης και το γενικευμένο μικροαστικό πλαίσιο «αρετών» της ημιμάθειας, του γρήγορου πλουτισμού, της «αρπακτής» και της «μίζας», ενώ το kitsch, η υπερταξική κακογουστιά γίνεται ο βασικός μοχλός για την «εθνική πολιτισμική ομοιογένεια». Οι προϋποθέσεις οργάνωσης των πολιτικών- κομματικών δεσμών εκπροσώπησης και της λαϊκής νομιμοποίησης τώρα μεταλλάσσονται καθώς πολλαπλασιάζονται οι αλληλεξαρτήσεις μεταξύ του κομματικού συστήματος και των προσδοκιών μαζικού διορισμού των «ημετέρων» αλλά και ταυτόχρονα της εκτροφής του γενικευμένου «λαϊκού» αιτήματος μιας υπερανεπτυγμένης υπερκατανάλωσης (πέρα και άσχετα από την υπαρκτή, υπανάπτυκτη, παραγωγική και τεχνική βάση της χώρας). Έτσι η πελατειακή δομή καθολικεύτηκε και αποτέλεσε μαζί με τα καθολικευμένα ηδονιστικά ιδεολογήματα και τη δημαγωγική ρητορική, την ευγενική συνδρομή μιας στρατιάς διανοουμένων της αριστεράς που τώρα καταλάμβανε εξ’ εφόδου τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του μεταπολιτευτικού κράτους (περιφέροντας το πτώμα του ηττημένου «ελληλοχριστιανικού ελληνοκεντρισμού»), καθώς και την «επικοινωνιακή» συστράτευση των καινοφανών ΜΜΕ (τα οποία μάλλον ήταν αυτά που κεφαλαιοποίησαν προς όφελός τους τα αποτελέσματα αυτής της φάσης), την ολοκληρωμένη μήτρα της κοινωνικής αναπαραγωγής. Το φαινόμενο αυτό έλαβε ταχύρυθμη ανάπτυξη με την Σημιτική Πολιτική Διακυβέρνηση καθώς το κύριο ρεύμα της ιδεολογικοπολιτικής εξέλιξης κατευθύνθηκε προς μια άμβλυνση και προς μια *μεταμοντέρνα* σχετικοποίηση όλων των ιδεολογικών περιγραμμάτων. Πάνω σε αυτή την ενδογενή πολιτική βάση, μετά τη κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού, θεμελιώθηκε η βαθμιαία επικράτηση της σοφτ-Ιδεολογίας του Ευρωατλαντικού Νεοταξικού Οικουμενισμού
Η κυβερνητική επέλαση της ΝΔ είχε ως εκκίνηση την Ιδεολογική συνθηματολογία της επαναφοράς στη ελληνική κοινωνία των ηθικό-αξιακών κανόνων και ως πολιτική ταχτική την διακήρυξη της «επανίδρυσης του κράτους». Στη πρόσφατη φάση της νεοδημοκρατικής πολιτικής διακυβέρνησης η «πράσινη» υποκαταστάθηκε από τη «μπλε διαπλοκή». Από τη Καραμανλική επίθεση στους «νταβατζήδες -στου Μπαϊρακτάρη» (2004) περάσαμε στους συμβιβασμούς αλλά και στις απόπειρες για την εκ νέου μοιρασιά της πολιτικής «τράπουλας» και τον επανακαθορισμό των πολύπλοκων σχέσεων μεταξύ οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας. Ανάμεσα στο μήνυμα πως «θα μπουν κανόνες» για όλους και στην λυσσασμένη άμυνα της προηγούμενης ηγεμονικής (επί ΠΑΣΟΚ) επιχειρηματικής πτέρυγας, παρείσφρησε η ασφυκτική πίεση για «ανταμοιβή» των επιχειρηματικών συμφερόντων που υποβοήθησαν την νεοδημοκρατική αναρρίχηση στη Διακυβέρνηση. Επιδίωξη τους η μετάβαση από τη «παλιά τάξη» που γιγαντώθηκε στη διάρκεια της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ στα «νέα τζάκια» της «γαλάζιας εξουσίας» ( με απορρόφηση-ενίσχυση και κάποιων «παλαιών» που είχαν παραμεριστεί). Ο μεταμορφισμός του «Εκσυγχρονιστικού» ιδεολογήματος πέρασε από το πρόσωπο της Σημιτικής διαχείρισης στο πρόσωπο της Καραμανλικής διαχείρισης. Όμως αυτός ο οπισθοδρομικός «εκσυγχρονισμός» μοιάζει τώρα να κυριαρχεί ως ζόμπι αξιολογικά-κανονιστικά πάνω στο σύνολο σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων και των ΜΜΕ προσλαμβάνοντας τα ψευδεπίγραφα των «Μεταρρυθμίσεων». Κυριαρχεί η λογική του νέο-φιλελευθερισμού και των γενικευμένων ιδιωτικοποιήσεων, ενώ η μετάβαση και θητεία της Ντόρας Μπακογιάννη στο ΥΠΕΞ ενίσχυσε την «αμερικανοατλαντική» πτέρυγα της κυβέρνησης. Η πολιτική σκηνή δεν άργησε να χρωματιστεί από τη περιρρέουσα ατμόσφαιρα της γενικευμένης Διαφθοράς τώρα υπό ΝΔ διακυβέρνηση. Το σκάνδαλο των δομημένων ομολόγων αποδόμησε την «ηθική ηγεμονία» της Καραμανλικής πολιτικής. Είναι σαφές πως Ελεύθερη Αγορά σημαίνει την με κάθε μέσο – νόμιμο ή παράνομο- μεγιστοποίηση της κερδοφορίας και κατά συνέπεια αυτό που συνέβη ήταν η «απελευθέρωση του ανταγωνισμού» και στα πεδία της διαφθοράς και της διαπλοκής. Στην Ελλάδα οι ομάδες της ολιγαρχίας είναι παρασιτικές, δεν στηρίζουν στην κυριαρχία τους σε κάποιον αυτόκεντρο οικονομικό και παραγωγικό δυναμισμό, οπότε κατά συνέπεια οι ατραποί της διαφθοράς και της διαπλοκής είναι και πρόσφοροι και αναγκαίοι για την αναπαραγωγή τους. Η παραπάνω κατάσταση τροφοδοτήθηκε ειδικά από τον εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ των διάφορων «διαπλεκόμενων» ομάδων της ολιγαρχίας και ενδεχόμενα αξιοποιήθηκε «σκανδαλολογικά» και υπονομευτικά έξωθεν, από ατλαντικές δυνάμεις για τον πλήρη έλεγχο των εσωτερικών πολιτικών, κομματικών και εκλογικών εξελίξεων.
Πρέπει έτσι να επισημανθεί πως ολόκληρη η λειτουργία του ελληνικού πολιτικού, κρατικού και κομματικού συστήματος έγινε το βασικό εμπόδιο για την εθνική, οικονομική και κοινωνική ισόρροπη υπόσταση της χώρας και το χειρότερο έγινε ο δίαυλος της ίδιας της απαλλοτρίωσης, της εκποίησης της και της οικο-καταστροφής της, με αντάλλαγμα τη δική του αυτοκεντρική αυτοσυντήρηση και διαιώνιση.

Στον ιστό της κρίσης

Η ελληνική κοινωνία είναι παγιδευμένη μέσα στον ιστό μιας ολικής δομικής κρίσης. Αυτή είναι :

α) Οικολογική, που έφθασε πια στον ανώτατο παροξυσμό της από την τρομακτική οικο-καταστροφή της χώρας μέσα στο φετινό καλοκαίρι.

β) Οικονομική, ως προϊόν των αντιφάσεων μιας ημιπεριφερειακής-μεταπρατικής-παρασιτικής οικονομίας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

γ) Πολιτική, ως κρίση συμμαχιών, πολιτικής (κρατικής και κομματικής) αντιπροσώπευσης, και ως καθολική κρίση εμπιστοσύνης προς τους πολιτικούς θεσμούς και μέσα στο ίδιο το εσωτερικό τους. Η «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» υφίσταται μόνο ως προσχηματική επικυρωτική διαδικασία της παντοκρατορίας του Εκτελεστικού. Ο παρακμιακός πια ρόλος των πολιτικών κομμάτων ως αδύναμων οργανωτών της συγκατάθεσης, ανήμπορων φορέων ουδεμίας στρατηγικής και αδυναμίας πρόκλησης αποτελεσμάτων πολιτικής σκηνής, επέτρεψε τη μετατόπιση προς το κεντροποιημένο ρόλο των ΜΜΕ κυρίως των ηλεκτρονικών με τη συνδρομή των Εταιριών Δημοσκόπησης. Έτσι με τον έλεγχο των πηγών ενημέρωσης, την κυριαρχία της εικονικής πραγματικότητας, την συγκρότηση της επίκαιρης πολιτικής θεματολογίας και την επιβολή της «δημοσκοπικής ψηφοφορίας» ως προς τη νομιμοποίηση και τη παραγωγή γεγονότων, αναδεικνύεται ένα ιδιότυπο καθεστώς τηλεοπτικής-δημοσκοπικής δειμοκρατίας, Μια Μαζική Ολιγαρχική Δειμοκρατία και με τη σημασία «του κράτους του φόβου» καθώς έχουμε ταυτόχρονα διαρκή περιστολή ελευθεριών, ενίσχυση άμεσης και έμμεσης κρατικής βίας, ηλεκτρονική επιτήρηση και φακέλωμα, κυριαρχία της αρχής της μυστικότητας και των παράλληλων στεγανοποιημένων παρα-δημόσιων / παρα-κρατικών δικτύων.

δ) Ιδεολογική, που αφορά τις μορφές της ιδεολογικής αυτοκατανόησης των Ελίτ αλλά επίσης και κρίση γενικευμένη. Ο καθολικός μεταπρατισμός και μαζί ο αυτοικανοποιητικός αυτισμός κυριαρχούν στη περιοχή του νοήματος και των κοσμοεικόνων στους χώρους της διανόησης και των υποκειμενικοτήτων τόσο των εκδοχών της «δεξιάς» όσο και των εκδοχών της «αριστεράς» επηρεάζοντας τον τρόπο της θέασης, της ερμηνείας, του προσωπικού και του συλλογικού «πράττειν». Στα πλαίσια αυτά εντάσσονται και τα πρόσφατα γεγονότα μέσα στους λεγόμενους «ιδεολογικούς μηχανισμούς» όπως:
-Ο εξαμερικανισμός στον χώρο των ΜΜΕ και του τύπου, ηλεκτρονικού και έντυπου. Τα ήδη μικρά περιθώρια άσκησης μιας αυτόνομης κριτικής μοιάζουν πια να συρρικνώνονται. Τηλεοπτικοί σταθμοί και εφημερίδες, ελέγχονται όλο και πιο ασφυκτικά από συμφέροντα, που πριμοδοτούν την υποστήριξή και ενίσχυση της παγκοσμιοποίησης των ασύδοτων ιδιωτικοποιήσεων, της πλήρους υποταγής στις ΗΠΑ και τον Τουρκικό νέο-οθωμανισμό, της προσέγγισης με το Ισραήλ κ.α.
-Οι «εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις» της κυβέρνησης επέβαλαν στη χώρα μια αδιέξοδη αντιπαράθεση: Απ’ τη μια να καιροφυλακτεί η λογική της αγοράς, των πανεπιστημίων-επιχειρήσεων, της παραγωγής εξειδικευμένων αναλφάβητων, δίχως ιστορική μνήμη, παιδεία, κριτική σκέψη και από την άλλη βέβαια να αντιπαρατάσσονται τα τρομακτικά αδιέξοδα ενός πανεπιστημίου σε διάλυση, όπου κυριαρχούν οι μάνατζερ-καθηγητές (που συχνά ετεροαπασχολούνται ιδιοποιούμενοι τον δημόσιο πλούτο), ο κρατικός, κομματικός και συνδικαλιστικός αμοραλισμός,
-Η διαμάχη για το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού μεταβλήθηκε σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Αυτό δεν αφορούσε μια επιστημονική σύγκρουση για την ιστορία μα μια ιδεολογικοπολιτική προσταγή για αλλαγές στην «ύλη» από φορείς, όπως το Κέντρο για την Συμφιλίωση και την Δημοκρατία στην Νότιο-Ανατολική Ευρώπη (CDRSEE-Πρόγραμμα Κοινής Ιστορίας όπως ονομάζεται και αφορά 11 χώρες όπως Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Κροατία, Κύπρο, Ελλάδα, ΠΓΔΜ, Σερβία-Μαυροβούνιο-Κοσσυφοπέδιο, Σλοβενία και Τουρκία) και όπου ενέχονται πλήθος αλλοδαπών-ατλαντικών και εγχωρίων (περίπου οι ίδιοι του μπλοκ του «ναι στο σχέδιο Ανάν») αναθεωρητικών παραγόντων.

ε) Εθνική, κρίση τόσο στο επίπεδο των σχέσεων κράτους και εθνικής εξωτερικής πολιτικής όσο και στο επίπεδο των «εσωτερικών» σχέσεων ελληνικού κράτους και ελληνικού έθνους.

Το έθνος «κοιμάται»

-Υπάρχει έλλειψη εθνικού αστικού στρατηγικού σχεδίου και ταυτόχρονα απουσιάζει ένα εναλλακτικό εθνικό-κοινωνικό αριστερό σχέδιο. Αντιπαρατάσσονται δυο κυρίαρχοι «πόλοι» του «εσωτερικού διχασμού» κάτω από την επενέργεια ιδεοληψιών πάνω στα προβλήματα της εθνικής και κοινωνικής πολιτικής όπου η υποκειμενική ιστορική και πνευματική αδυναμία κρύβεται πίσω από τις αυτάρεσκες παραμυθολογικές αφηγήσεις. Στη σημερινή συγκυρία, δύο αντιτιθέμενα ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα εμποδίζουν την παραγωγική ιστορική ανάγνωση του Πριν και την σύλληψη και υλοποίηση μιας ορθολογικής εθνικής και κοινωνικής πολιτικής για το Μετά. Από το ένα μέρος είναι τα νεφελώδη και σε αμυντική διάταξη στοιχεία ενός εγχώριου εθνικισμού με ορθόδοξο μεταφυσικό υπερκαθορισμό και από την άλλη βρίσκονται τα μιμητικά επιθετικά παραληρήματα ενός οικουμενισμού-ειρηνισμού με ευρω-ατλαντική και νεοταξική δεσπόζουσα.
Σε αντίθεση με τις διάφορες υποστάσεις του αρχαιολατρικού ελληνοκεντρισμού (που ουδέποτε κατέκτησε σημαντική επιρροή και δεν αποδεχόταν το «Βυζάντιο» στο ιστορικό εθνικό σώμα) ο ορθόδοξος ελληνοκεντρισμός ηγεμόνευσε ιδεολογικά με φορέα την εκκλησία, τις ορθόδοξες νοηματοδοτικές αξίες και κεντρική πεποίθηση την «ιστορική συνέχεια του έθνους» όπου αυτό εδράζεται στην κεντρική σημασιοδότηση της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Ρωμανίας /Βυζαντίου).
Ο οικουμενισμός-ειρηνισμός ξεκινά από τον αφελή ανεθνικό διεθνισμό της αυτοαποκαλούμενης «αντικαπιταλιστικής αριστεράς» (που χαρακτηρίζεται από τα αρνητικά του πρόσημα τόσο ως προς το ουσιαστικό του σκέλος όσο και ως προς τον επιθετικό του προσδιορισμό). Ολοκλήρωμα του αποτελεί ο νεοταξικός οικουμενισμός και πολιτικοιδεολογικά του στηρίγματα οι πάσης φύσεως «προσεταιρισμένοι» στα ελεγχόμενα κόμματα, στις υποτελείς κυβερνήσεις, στους ενσωματωμένους διανοούμενους. Νεοφιλελεύθεροι-εκσυγχρονιστές-αριστεροί κοσμοπολίτες, «προοδευτικό» πανεπιστημιακό κατεστημένο, ΜΜΕ, αλλά και εξωνημένοι πρώην «αριστεριστές» που έχουν το ρόλο της «αριστερής ιδεολογικής αστυνομίας» της ολιγαρχικής νεοταξικής πολιτικής, Ένα εξωτερικά κατευθυνόμενο «αριστερο-δεξιό» κυρίαρχο δίκτυο πού πολιτικά λαμβάνει όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου είναι σήμερα η μορφή της Αντίδρασης και η πέμπτη φάλαγγα του ευρω-ατλαντικού ιμπεριαλισμού.
Συντηρητικοί-εκσυγχρονιστές και αριστεροί, δεξιοί εθνικιστές και αριστεροί πατριώτες κ.τ.λ.-δεξιοί οικουμενιστές και αριστεροί διεθνιστές, έκαναν όλοι κάτι εξαιρετικά ζημιογόνο: υποστήριξαν ιδεολογικά ψυχολογικά και πολιτικά επί χρόνια την αντίληψη και τη διεκδίκηση μιας οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής με άξονα είτε την οικονομική αποανάπτυξη και απορύθμιση (νεοφιλελεύθεροι) είτε τον παρασιτικό υπερκαταναλωτισμό, την αποδιάρθρωση του εξωτερικού ισοζυγίου, με τις υπερεισαγωγές και τις φθίνουσες εξαγωγές, την καταστροφή των όποιων παραγωγικών διαδικασιών (Γεωργική Μονοκαλλιέργεια και εκχωρημένος στους ξένους Δευτερογενής Τομέας) με αποτέλεσμα τη γενικότερη εξάρτηση της δανειοτραφούς Ελλάδας και την υπονόμευση της αμυντικής της προσπάθειας. Αντί να γίνει αντιληπτό πως οργάνωση της οικονομίας σε μια βάση παραγωγική, η αποταμίευση και η επένδυση των πόρων, η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού και της πελατειακής δομής, είναι αυτά πού θα επέτρεπαν τις αναγκαίες υποδομές για ένα διαφορετικό εθνικό-κοινωνικό βίο.

-Οι τελεστές της πλανητικής και περιφερειακής πολιτικής και οι συνακόλουθες ευκαιρίες ή απειλές που αντιπροσωπεύουν είναι ποικιλόμορφοι. Η πλανητική στρατηγική («Νέα Τάξη») των ΗΠΑ για την ηγεμονία, απέναντι στις ουσιαστικές και μακροπρόθεσμες προκλήσεις που αυτή αντιμετωπίζει, αρθρώνεται πάνω στον άξονα του «Τέταρτου Παγκόσμιου Αντιτρομοκρατικού Πολέμου» που διαδέχθηκε τον προηγούμενο «Τρίτο Παγκόσμιο Ψυχρό Πόλεμο». Αυτό συμβαδίζει με τις εξελίξεις της αγοραίας οικονομίας ανάπτυξης (στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης), εξελίξεις που μεταξύ των άλλων περιλαμβάνουν ως θεμελιακές πλευρές την ριζική αποδόμηση του «κοινωνικού κράτους», την «τριτοκοσμοποίηση» τομέων στις μητροπολιτικές κοινωνίες της Δύσης και τον προγραμματισμένο «εσωτερικό εποικισμό» με την αθρόα εισαγωγή αλλεπάλληλων κυμάτων από τον «εφεδρικό εργατικό στρατό» των απόκληρων-ανέργων της Περιφέρειας.
Η γεωπολιτική ατμόσφαιρα έχει φορτιστεί από τη παρουσία του μαχητικού πολιτικού Ισλάμ που είναι ένα από τα νέα ιδιόμορφα πρόσωπα με τα οποία μετασχηματίζεται και παρουσιάζεται η παγκόσμια πάλη των τάξεων ανάμεσα στους απόκληρους νεοπληβείους και στις ιθαγενείς ελίτ (διαμορφωμένες από τους αποικιακούς ηγεμόνες) καθώς και στην υπερεθνική ολιγαρχία. Αυτό το πρόσωπο παράγεται μάλλον από τον συνειδητό νοηματικό αναθεωρητισμό ενός ρεύματος θρησκευτικού που αποφασίζει να αντιπαρατεθεί πολεμικά πάνω σε μια αντιιμπεριαλιστική πολιτική στοχοθεσία, ενόσω «δανείζεται τη ποίηση του από το παρελθόν» και μεταμφιέζεται πλαισιωμένο από ένα παραδοσιακό θρησκευτικό υπερβατικό και ηθικο-κανονιστικό πλαίσιο αξιών.
Η αμερικάνική διεθνής πολιτική επίσης επιδιώκει την ανάσχεση των πιθανών ηγεμονικών ανταγωνιστών (Ε.Ε., Ρωσία, Κίνα). Το νέο δόγμα (με αντίστοιχο προσανατολισμό του ΝΑΤΟ) είναι αυτό της «εθνικής στρατηγικής ασφάλειας», του «προληπτικού πολέμου» και των ταυτόχρονα «πολλαπλών πολέμων» όχι μόνο εναντίον κρατών αλλά και περιοχών, που δεν θα περιορίζεται σε «πεδία μαχών» αλλά σε «περιοχές μαχών». Εκτός από αυτά η εκτροφή των «Μπλοκ των Προθύμων», η κατάτμηση των υφιστάμενων κρατών και η κατασκευή «Νέων Προτεκτοράτων», η αναδιάταξη των συνόρων και των γεωπολιτικών ισορροπιών, εκτός την άμεση επέμβαση επιδιώκεται με την υποκίνηση εθνικών και μειονοτικών ζητημάτων ως μοχλών παρέμβασης και ελέγχου (πρόσφατη έκθεση της ΣΙΑ αναφέρεται σε 2% Τούρκους κλπ στη Δ. Θράκη).
Παρόλα αυτά το ειδικό βάρος των ΗΠΑ βρίσκεται σε μια τροχιά απομείωσης καθώς η επίθεση κατά του Ιράκ απεδείχθη καταστροφική, η σύγκρουση εξελίσσεται χωρίς τέλος με το Ισλάμ και βυθίζονται όλο και περισσότερο στο ισλαμικό ναρκοπέδιο στο οποίο κυριαρχεί ο αποτελεσματικός ιδιόμορφος ανταρτοπόλεμος των «ανθρώπινων βομβών» ενώ την ίδια στιγμή τμήμα της Λατινικής Αμερικής τείνει να «αυτονομηθεί». Πρόσφατα, το κυριότερο κράτος-στήριγμα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, το Ισραήλ, ηττήθηκε στο Λίβανο από τους αντάρτες της Χιζμπολλάχ,
δυσχεραίνοντας τη σχεδιαζόμενη επίθεση εναντίον του Ιράν που με πυρηνικές φιλοδοξίες περιφερειακής ισχύος απειλεί τις στρατηγικές και γεωπολιτικές ισορροπίες. Η Κίνα ως προλεταριακή αποθήκη και παγκόσμιο καπιταλιστικό εργοστάσιο συνεχίζει την απειλητική οικονομική της αναρρίχηση και η Ρωσία ανασυντάσσεται ως κράτος και ως ο «τσάρος» του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και των Α υλών, καθώς και στις σφαίρες της οικονομικής, πολιτικοστρατιωτικής και διαστημικής ισχύος.
Η δυναμική επανεμφάνιση της Ρωσίας στο ενεργειακό και γεω-στρατηγικό προσκήνιο διαμορφώνει νέα δεδομένα καθώς αντικειμενικά ενισχύει τις ελληνικές θέσεις (πάγωμα στο σχέδιο Ανάν, αγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, νέος αεριαγωγός Ρωσίας-Βουλγαρίας-Ελλάδας-Ιταλίας κ.α. ) Αυτή η επανεμφάνιση παίρνει καινούργιες διαστάσεις, για τις ελληνορώσικες σχέσεις, κάτω από το ρώσικο ενδιαφέρον για τα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα που ενδεχομένως σε συνδυασμό με κάποιες ευρωπαϊκές οπλικές προμήθειες (πχ γαλλικές κ.α.) να ενίσχυαν την φθίνουσα στρατιωτική αποτρεπτική δύναμη της χώρας. Και παρότι φαίνεται πως η ελληνική πολιτική ηγεσία δεν είναι διατεθειμένη να προχωρήσει πέρα από τη «κόκκινη γραμμή» οι «ζυμώσεις» για μετατοπίσεις προσανατολισμών, συμφερόντων και δεσμών προς τη ρώσικη κατεύθυνση, είναι υπαρκτές σε ένα μικρό τμήμα της ελληνικής οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας.
Παρ όλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνιέται το γεγονός πως η Ελλάδα σε εθνικό επίπεδο ελέγχεται από τον «παρασιτικό νεοαστισμό» και υπάγεται άμεσα στις δυτικές δομές του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος ως ημιπεριφερειακή χώρα οικονομικά και στρατιωτικοπολιτικά εξαρτημένη. Η κρίσιμης σημασίας γεωγραφική της θέση είναι διεκδικούμενη από ανταγωνιστικά και διαπλεκόμενα γεωστρατηγικά συμφέροντα όπου εδώ δεσπόζει το πρόβλημα της εθνικής απειλής που αντιπροσωπεύει για πολλές δεκαετίες τώρα η ιμπεριαλιστική αμερικάνικη πολιτική σε σύνδεση με την αμείωτη επιθετικότητα του τουρκικού επεκτατισμού (και όχι μόνο, λαμβανομένης υπόψη της «αλυτρωτικής» κρατικής συγκρότησης και της εξωτερικής πολιτικής της FYROM).
Στη Τουρκία η βαθμιαία ισλαμοποίηση της κοινωνίας, που αποτυπώθηκε και με την άνοδο μετριοπαθών ισλαμικών κομμάτων στην εξουσία, ( του Ερμπακάν και μετά του Ερντογάν) αξιοποιήθηκε από την υπερεθνική και την τουρκική ελίτ προς μια ισλαμο-κεμαλική ισορροπία ώστε να κατορθωθεί η χρήσιμη ενσωμάτωση της χώρας στις αναγκαιότητες της «νέας ιμπεριαλιστικής τάξης» στην ευρύτερη μεσανατολική περιοχή. Η αναμέτρηση μεταξύ ριζοσπαστικού Ισλάμ και Δύσης, η εμφάνιση του κουρδικού ομόσπονδου κρατιδίου στο ΙΡΑΚ (που απολαμβάνει τη στήριξη ΗΠΑ-Ισραήλ), η πολύμορφη όσμωση μεταξύ των πληθυσμών του τουρκικού και ιρακινού Κουρδιστάν, υπονόμευσαν την ισλαμο-κεμαλική ισορροπία ενώ ένας ανεμοστρόβιλος αντιαμερικανισμού επικρατεί στη κοινωνία της Τουρκίας. Στην ανοιχτή «κρίση κορυφών» το μετριοπαθές ισλαμικό κόμμα τώρα κατακτά και το προεδρικό θεσμό ραγίζοντας την ίδια τη μορφή καθεστώτος (κεμαλισμός / κοσμικό κράτος) με το θεματοφύλακα του το στρατό να προσπαθεί να κρατήσει τα όποια κεκτημένα και με πάντα ανοικτό το ενδεχόμενο μιας προς δυσμάς εξαγωγή της κρίσης (κλιμάκωση της έντασης προς την Ελλάδα)

-Οι τελεστές αποδιάρθρωσης των εσωτερικών εθνικών σχέσεων είναι πολυποίκιλοι όμως εδώ δεσπόζει η άρχουσα, εξουσιαστική Νεοταξική Συμμαχία που διαχειρίζεται οικονομικά, πολιτικά και πνευματικά την γενική αναδιάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας και της ελληνικής εργασιακής δύναμης στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πλάι της τα ιδεολογικοπολιτικά της φερέφωνα (νεοφιλελεύθεροι, εκσυγχρονιστές και σοσιαλδημοκράτες, αντιεθνικιστές «αριστεροί» και «αντιεξουσιαστές») Μετά τη πτώση του κρατικού σοσιαλισμού διαχειρίστηκαν αυτή την αναδιάρθρωση με την χωρίς όρια υποδοχή ενός νέου εργατικού δυναμικού αυτού των εκατομμυρίων εξαθλιωμένων νεοπληβείων, αλλοδαπών λαθρομεταναστών, υποσκάπτοντας είτε ως Κυβερνο-διαχειριστική είτε ως νομιμοποιητική αντιεθνικιστική-αντιρατσιστική (αριστερή) «κερκόπορτα» τα ίδια τα όποια ριζοσπαστικά ταξικά θεμέλια όχι μόνο του αιτήματος της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής χειραφέτησης αλλά τα ίδια τα βιο-ψυχικά και κοινωνικά θεμέλια της εθνικο-κοινωνικής συνύπαρξης.
Ο αγώνας για εθνική αυτονομία (εθνική απελευθέρωση, εθνική εδαφική κυριαρχία, εθνική ακεραιότητα, ανεξάρτητο εθνικό-λαϊκό κράτος) είναι βασική μορφή του κοινωνικού ταξικού αγώνα των εργαζομένων. Αφορά την ίδια την ανεπτυγμένη ταξική τους συγκρότησή, την εξύψωση σε τάξη εθνική, την απόφασή και την αξίωση κατάκτησης της εθνικής ηγεμονίας (εδαφική και ιστορική), την μεταγραφή των δικών τους αγώνων στο έθνος και της δικής τους μεθερμηνείας στην «εθνική κοινωνία» πρώτα απ όλα και ως καταρχήν προϋπόθεση για την «παγκόσμια απελευθερωμένη κοινωνία». Γενικότερα αφορά τις εθνικές προϋποθέσεις της κοινωνικής απελευθερωτικής προοπτικής και της χειραφέτησής τους. Αυτή τη προοπτική καταπολεμά η εξουσιαστική ολιγαρχία της χώρας γι αυτό και, μεταξύ των άλλων πολιτικών που αυγατίζουν τη κερδοφορία και το πλουτισμό της, εξασκεί χρόνια τώρα το στρατηγικό σχέδιο της «απόσυρσης» της ελληνικής χειρονακτικής εργασιακής δύναμης και την υποκατάστασή της με την εισαγωγή ενός χειραγωγημένου τριτοκοσμικού «εφεδρικού στρατού». Η πολιτική αυτή υποστηρίζεται με τη μαζική προπαγάνδα «των ανοικτών συνόρων», «της ανοικτής-πολυπολιτισμικής κοινωνίας». Οι «οργανικοί διανοούμενοι» του υπερεθνικού και τοπικού κεφαλαίου χρησιμοποιούν τα ιδεολογήματα του φιλανθρωπισμού και του ψευδοανθρωπισμού, του «αντιρατσισμού» και «αντιεθνικισμού», ως αξιολογικό και πραξιολογικό στοιχείο ενός στρατευμένου ιδεολογικοπολιτικού λόγου στην υπηρεσία της σαρωτικής παγκοσμιοποίησης και του εσωτερικού εποικισμού, της εδραίωσης του στρατηγικού άξονα του νέου σταδίου του πλανητικού ολοκληρωτικού καπιταλισμού και της νεοταξικής πολιτικής για την άλωση του έθνους-κράτους. Η ειδικότερη στοχοθεσία αυτής της πολιτικής αφορά:
1-Τη μετάβαση από τη σχετική στην απόλυτη εξαθλίωση, την χειροτέρευση των βιοτικών όρων, τη διευρυμένη αναπαραγωγή της μαζικής φτώχειας.
2- Την καταστροφή των υποκειμενικών και συλλογικών συνθηκών της πολιτικής συνειδητοποίησης των εργαζομένων, την «αταξικοποίηση-ατομικοποίηση» τους, την αποσύνθεση των συνδικάτων, τη διάλυση της εργατικής τάξης ως εθνικής οργανωμένης και προσανατολισμένης πολιτικής δύναμης.
3-Την επίθεση στους όρους λαϊκής κυριαρχίας. Με προτάσεις-αιτήματα για νομιμοποίηση και παραχώρηση εκλογικών δικαιωμάτων σε εκατομμύρια λαθρομετανάστες (φορείς διαφορετικής μνήμης και ιστορίας, άλλου πολιτισμού και βιώματος) που θα αποφασίζουν για ελληνικά προβλήματα ώστε να μετατοπιστεί εκ βάθρων η γενική συσχέτιση των κοινωνικών δυνάμεων..
4-Την εμφάνιση ενδεχομένως καινούργιων μειονοτήτων αποβλέποντας στην αξιοποίησή τους από εξωτερικά και ιμπεριαλιστικά δίκτυα για τη διαίρεση του εθνικού κράτους με την εμφύτευση εσωτερικών διχαστικών τελεστών και αντιθέσεων και επίσης ως συνέχεια του μονίμως ανοιχτού βαλκανικού και του νέου ανατολικού ζητήματος όπου οι πάσης φύσεως μειονοτικές εθνοτικές διεκδικήσεις διασταυρώνονται με τα διαμελιστικά προγράμματα της πλανητικής ολιγαρχίας
5. Την λειτουργία ενός αποσυνθετικού πολιτισμικού αναδευτήρα με σκοπό την εξάλειψη της εθνικής περιοχής του νοήματος, της ιστορικής και εδαφικής μνήμης, της εθνικής ιδιοπροσωπείας. .

Επίλογος. Εκλογές

Η χώρα έχει εκλογές εν μέσω της επενέργειας μιας φοβερής εθνικής οικολογικής καταστροφής και με φαινομενικό ρυθμιστή το «κόμμα της δυσαρέσκειας». Το σκάνδαλο των δομημένων ομολόγων «έκαψε» την ηθική εικόνα της νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης και οι πυρκαγιές «έκαψαν» τη διαχειριστική της δυνατότητα. Καθώς φαίνεται από τα αποτελέσματα θα προκύψει ένα πενταπολικό κοινοβουλευτικό σκηνικό με κυρίαρχο (έστω και τσουρουφλισμένο) τον δικομματισμό ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, αναβάλλοντας για άλλη μια φορά «το τέλος της μεταπολίτευσης». Η πιθανότητα για εκ νέου αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ είναι ισχυρή (με απόσταση τουλάχιστον 3 μονάδων από το δεύτερο ΠΑΣΟΚ και με πλειοψηφία 155-156 βουλευτών) πράγμα που θα διανοίξει τελεσίδικα την οδό της διαδοχής και των εντονότατων συγκρούσεων στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, του οποίου η ευρωατλαντική και σοσιαλφιλελεύθερη αγκύλωση δεν αρκεί για να συγκαλυφθεί η βαθιά κρίση ταυτότητας που το χαρακτηρίζει. Οι εξελίξεις αυτές στο γενικό πολιτικό σκηνικό αντιστοιχούνται με τα ειδικότερα νέα δεδομένα στο σκηνικό της συσχέτισης και της εξισορρόπησης των δυνάμεων της αριστεράς, όπου ΚΚΕ και ΣΥΝ έρχονται ξανά αντιμέτωποι σε μια νέα μάχη για την εσωτερική ηγεμονία.

-